31 Μαΐου 2008



11 Ναι θείε μου..

Ανιψιέ, να έρθεις να φάμε μαζί κάποιο απόγευμα..μου είπε ο μοναδικός μου θείος εδώ στο Τορόντο.

Είναι πρώτος εξάδελφος της μάννας μου, μα δεν γνωρίζονται προσωπικά, μιλάμε για ασφυκτικά στενές συγγένειες τώρα.

Εμένα φυσικά δεν με έχει δεί ποτέ του, ούτε ζωγραφιστό, μα έχει μια αδερφή, με την οποία ευτυχώς γνωριζόμασταν απο παλιά, κι έτσι με το πες -πες, μάθαμε πως υπάρχει κι ετούτος εδώ ο "χαμένος" θείος.

Το ζήτημα είναι πως, όταν μου έδωσε η μάννα μου το τηλέφωνό του, μου είπε και το δυσάρεστο, ο θείος σου αυτός είναι φανατικός Ευαγγελικός, να το ξέρεις.
Δεν έχω τίποτε εναντίων των Ευαγγελικών, απλά μου τη δίνουν οι κάθε είδους φανατικοί.

Θα τηλεφωνηθούμε θείε, του απάντησα, μιας και οι ώρες μου ήταν δυσανάλογες με τις δικές του, λόγω του ότι τραγουδούσα τις νύχτες, και την ημέρα παρίστανα τον πεθαμένο για ώρες.
Βρεθήκαμε μετά απο έναν μήνα, και πήγαμε για φαγητό σε ένα Nobl εστιατόριο, δίπλα στο σπίτι μου, με την επωνυμία Mc Donald's, η οποία μου φάνηκε κάπως γνωστή, και μέσα μας σέρβιραν Πακιστάνοι και μαύροι, τέλος πάντων.

Πήγαμε μέσα και ο θείος με κέρασε καφέ, πιο μαύρο κι απο εκείνην που του τον σέρβιρε.
Δεν με πήρε είδηση μάλλον, το πως καμάκωνα κάτι σάντουιτς, ο άχρηστος καφέ πήγε και μου 'φερε, αλά δε βαριέσαι. Σηκώθηκα και πήγα πήρα καμιά δεκαριά σακουλάκια ζάχαρη, γιατί το κώνειο δεν πινόταν όση καλή θέληση κι αν είχα, άσε που Σωκράτη δεν έχουμε κανέναν στο σόϊ μας, κι εμένα με λένε Νίκο όλως περιέργως.

_Θα βάλεις τόση ζάχαρη; μου είπε με τα φρύδια σηκωμένα ως στο ταβάνι σαν ομπρέλες..
_Όχι, απλά μου αρέσει να μετράω τους κόκκους θείε να περνάει η ώρα.
_Α! (..ανάθεμά με αν κατάλαβε τίποτε, καλύτερα ίσως)
_Να βρείς άλλη δουλειά να κάνεις
_Γιατί θείε;
_Γιατί αυτή είναι δουλειά του διαβόλου μέσα στη νύχτα και στα μπουζούκια..
_Σώπαινε ρε θείε, σοβαρά έ;
_Με ειρωνεύεσαι αλά είναι όπως στα λέω
_Διαβολικά έ;
_Βέβαια..
_Κι εγώ βρε θείε, τόσα χρόνια μέσα στη νύχτα, γιατί δεν έχω δεί ποτέ μου κανέναν διάολο;
_Πως να δεις, σάμπως διαφέρεις;
_Για μισό...διάολος είμαι κι εγώ; αυτό μου είπες τώρα;
_Άμα είσαι ανάμεσα σε διαόλους ανηψιέ, γίνεσαι κι εσύ, κι ας μην ήσουν..
_Πρέπει να πάω επειγόντως σε γιατρό θείε
_Γιατί;
_Γιατί μου έβαλες ιδέες τώρα
_Τι ιδέες
_Να, κάθε πρωί κοιτάζω στον καθρέφτη μου και κέρατα δεν βλέπω, λές να έχω έλλειψη απο Ασβέστιο;
_Αστειεύεσαι, αλά εγώ σου μιλάω για τον δρόμο του Θεού.
_Ποιόν δρόμο του Θεού θείε μου; Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη λίμνη εδώ πέρα..παίρνεις κανέναν κρυφό εσύ που δεν τον έχει ο χάρτης;
_Ο δρόμος του Θεού ανιψιέ, είναι στην Αγία Γραφή.
_Την διάβασα κάμποσες φορές μα δεν μου πολυέκατσε, και οι μουσουλμάνοι να φανταστείς, τα ίδια λένε για το κοράνι τους.
_Σίγουρα δεν την διάβασες όπως έπρεπε, "με πίστη".
_Θείε, ήρθαμε εδώ για να μιλήσουμε δια τας Γραφάς; ή να σε δώ και να με δείς;
_Και για τα δύο..
_Με είδες;
_Σε είδα
_Κι εγώ σε είδα, οπότε δεν πάμε τώρα σιγά σιγά θείε κι ας αφήσουμε τα της Γραφής, γιατί μπάφιασα και θέλω να κάνω κι ένα τσιγάρο έξω;
_Να πάμε, μη σου χαλάσω το χατήρι

Να 'ναι καλά, είχε Χριστιανική ψυχή και με λυπήθηκε.
Μετά απο πολλή πίεση, και μετά απο άπειρες σακούλες που άφηνε στην πόρτα μου γεμάτες με Βίβλους, κασέτες κι αμέτρητα βιβλιαράκια όλο μηνύματα χριστιανικά, δέχτηκα να πάω σπίτι του για φαγητό μπας και γλιτώσω, με την συμφωνία να αφήσει κατά μέρους τα κηρύγματα.

Με υποδέχτηκε στην πόρτα η θεία..η οποία μου έδωσε το χέρι της χλιαρά, σαν να έπιανε σκατά, και τονίζοντάς μου αμέσως μετά πως έπρεπε να βγάλω τα παπούτσια μου.

Σπάστηκα, κι είπα να κάνω μεταβολή όπως μου έλεγε μια φωνή απο μέσα μου, μα κρατήθηκα.
Τα έβγαλα και είδα το πόσο το μετάνιωσε πικρά όταν μύρισαν οι κάλτσες μου σαν ψόφιο φίδι.
Καθήσαμε στο τραπέζι, κι εγώ σαν γνήσιος πόντιος, τους είπα καλή σας όρεξη, πήρα το πιρουνάκι μου και πήγα να ρημάξω τα μακαρόνια που είχα μπροστά μου.

_ΑΝΙΨΙΕ!! ακούστηκε η φωνή του θείου..
_Ορίστε θείε;
_Εμείς στο σπίτι μας δεν τρώμε αν δεν κάνουμε πρώτα προσευχή..
_Ω! βεβαίως, να κάνετε δεν με ενοχλείτε, κάντε εσείς..
_Κι εσύ μαζί μας ανιψιέ..

Άφησα κάτω το δικράνι μου με πόνο, κοιτώντας την θεία κωμωδία που παιζόταν γύρω μου. Ο Θείος είχε σταυρώσει τα χέρια του, έβαλε το κεφάλι κάτω, το ίδιο έκανε και η θεία φυσικά, και άρχισε να λέει μεγαλόφωνα τον εσπερινόν όρθρον μετά των ψαλμών της Κασσιανής.
Επιτέλους ακούστηκε το Αμήν! αλά εγώ που να κάνω την αρχή να φάω, που ξέρω εγώ τι άλλες ακόμη περίεργες συνήθειες έχουν αυτοί στο σπίτι τους.

Καλή μας όρεξη, είπε τότε ο θείος, βγάζοντάς με απο την θανατερή αγωνία που με κατάτρωγε, βλέποντας τα μακαρόνια άθικτα να κρυώνουν τόση ώρα.
Δεν θυμάμαι αν ήταν τέσσερις ή πέντε οι πιρουνιές που χρειάστηκα να τα εξατμίσω , αφήνοντας τον θείο και την θεία να με κοιτάνε με μάτια ορθάνοιχτα σαν κλαπέτα..

_Τρώς πολύ, γιαυτό έχεις το στομάχι Νίκο, μου είπε η θεία.
_Μπα, απο την πείνα είναι θεία, της απάντησα.
_Δεν γίνεται να 'ναι απο την πείνα
_Τι λες; έχεις δεί στην τηλεόραση κάτι παιδάκια στην Αφρική που πεινάνε;
_Φυσικά και είδα..
_Τις κοιλιές τους τις είδες πρησμένες σαν μπαλόνια; Απο την πείνα δεν είναι; άρα κι εμένα είναι απο την πείνα. Και μια και το αναφέραμε, θεία, άλλα μακαρόνια έχεις;
_Βέβαια έχω, να σου βάλω..
_Εμ, τι το λές και δεν το κάνεις..(αφού θα φάω το κύρηγμα, δεν το γλυτώνω, ας πάω φαγωμένος τουλάχιστον, σκέφτηκα)..

Μετά απο το φαγητό, κι όπως το είχα μαντέψει, ήρθε η ..."κατήχηση", με δυό μέτωπα επίθεσης πλέον, ένα εκ δεξιών με τον θείο, κι ένα εξ ευωνύμων με τη θεία. Εγώ στη μέση σαν μαλθάκας, να μην προλαβαίνω να κοιτάζω μια δεξιά, μια αριστερά, γιατί βλέπεις μιλάγανε κι οι δυό μαζι ταυτόχρονα, κι εγώ σαν ευγενικός που είμαι -τρομάρα μου- προσπαθούσα να κοιτάζω όσο γινόταν τον ομιλούντα, που δεν γινόταν.. μιλάγανε ταυτόχρονα.

Αποτέλεσμα! τα μακαρόνια μου φέρανε.. ζαλάδα.
Ο Θεός, κι ο Θεός..και δεν θα πάς στον παράδεισο, και η κόλαση και τα καζάνια, και κάτι απίθανες σάχλες.

_Εσείς θα πάτε στον παράδεισο; τους ρώτησα επιθετικά..
_Βέβαια θα πάμε, ακολουθούμε τον λόγο του θεού..είπαν σχεδόν με ένα στόμα..
_Και, πότε λέτε να πεθάνετε;
Κουφάθηκαν.., με κοίταξαν κι οι δύο με μια κακία..

_Χτύπα ξύλο, τι είναι αυτά που λές;
_Το ξύλο δεν μου έκανε τίποτε να το χτυπήσω, ούτε θα σταματήσει τον θάνατο αν το χτυπήσω, απλά ρωτάω, πότε θα πεθάνετε..
_Μα γιατί να πεθάνουμε, τι σε έπιασε με τον θάνατο;
_Τίποτε, απλά, εσείς όλοι που μιλάτε για παράδεισο, ξεχνάτε ένα πράγμα, πως τον δικό σας παράδεισο, μόνο πεθαμένοι μπορείτε να τον απολαύσετε. Θέλετε να πάτε μέν, μα δίχως να πεθάνετε ..σαν το ποίημα του Σουρή. Τι σόϊ χριστιανοί είστε όταν τρέμετε τον θάνατο; Δεν νίκησε ο Χριστός τον θάνατο; γιατί λοιπόν τον τρέμετε τόσο και χτυπάτε ξύλα και τραπέζια, αντί να χτυπάτε το κεφάλι σας στον τοίχο; μήπως τελικά πιστεύετε ότι σας συμφέρει; μήπως πιστεύετε στα υλικά αγαθά, και τρέμετε να τα αποχωριστείτε;
_Μα...ανηψιέ..

_Αγαπητέ θείε, αγαπητή θεία, θα σας πω εγώ ο αγράμματος μικροφτωχοδιάβολος δυό λόγια, και μετά θα φύγω, οπότε ακούστε με προσεκτικά.
Πρώτον, σας ευχαριστώ για το δείπνο, ήταν υπέροχο.
 Δεύτερον, σας παρακαλώ να με δέχεστε όπως είμαι, με τα ελαττώματά μου, μιας και τους συγγενείς μας δεν τους επιλέγουμε.

Ο δικός μου Θεός, είναι άλλος απο τον δικό σας, είμαι πλέον απόλυτα σίγουρος, και προτιμώ τον δικό μου, οπότε μην προσπαθείτε άδικα, δεν αλλάζω Θεό στα 44 μου πλέον, ούτε και συνήθειες.

Ο δικός μου Θεός, είναι στοργικός πατέρας, δεν με απειλεί, δεν με τρομάζει, δεν μου ζητάει να τον τρέμω αλά να τον σέβομαι μονάχα.

Με αγαπάει όπως είμαι γιατί ξέρει πως η φύση μου είναι ατελής και πως είμαι επιρρεπής στα πάθη μου.

Μα πάντοτε με συγχωρεί, πάντα η αγκαλιά του είναι ανοιχτή για μένα, και πάντα χαίρεται όταν του μιλάω κρυφά, λέγοντάς του τις στενοχώριες μου, τα προβλήματά μου, δίχως να μου τάζει λαγούς με πετραχήλια, προσφέροντάς μου απλά αυτό που έχω ανάγκη, το κουράγιο για να συνεχίζω στον δύσκολο ανήφορό μου.

Βλέπει τις προσπάθειές μου να μην κάνω κακό σε άλλους, βλέπει την μεταμέλειά μου όταν τύχει να κάνω άθελά μου ή από απερισκεψία, και δεν με χρεώνει ακριβά.

Δεν με τρομάζει με καζάνια και δαίμονες, τους δαίμονες τους βλέπω ολόγυρά μου καθημερινά, με μορφή ανθρώπινη, έπαψα να τους φοβάμαι. Με τρομάζει η απουσία του όμως, όταν δεν τον νοιώθω κοντά μου, φοβάμαι.

Στη νύχτα που ζώ και εργάζομαι, προσπαθώ να βγάλω τίμια το ψωμί μου, την μεγαλύτερη βρωμιά όμως την γνώρισα σε τύπους "ημερήσιους". Οι της νύχτας ήταν πιο έντιμοι.

Βλέπω νεκρούς τριγύρω μου καθημερινά να περπατάνε και να παριστάνουν τους ζωντανούς, βλέπω ζωντανούς, που έχουν από καιρό πεθάνει μα ακόμη δεν το ξέρουν..

Η κόλασή μου είναι εδώ, την ζω κάθε μέρα, είναι οι κακία που βλέπω γύρω μου, οι διάολοι, που σας είπα πιο πρίν, είμαστε οι ίδιοι οι άνθρωποι, οι φόνοι, η αδικία, η πείνα, η φτώχεια και η ανέχεια..αυτά είναι η κόλασή μου.

Ο παράδεισός μου είναι επίσης εδώ, είναι οι άνθρωποι που αγαπώ, οι κάθε μικρές και μεγάλες χαρές που ζω, η ομορφιά της πλάσης τριγύρω μου, τα παιδιά με το γέλιο τους, οι άνθρωποι με το χαμόγελό τους, οι φίλοι..αυτός είναι ο παράδεισός μου..

Σας εύχομαι να είστε πάντα "ζωντανοί", και καλό παράδεισο..
Καληνύχτα σας!




30 Μαΐου 2008



3 Σκυλιά επιτρέπονται;

Γερμανία, 1988 Παιδιά έχετε; Ναι, δύο Λυπάμαι, δεν σας νοικιάζω το διαμέρισμα.. Γιατί; Γιατί δεν θέλω παιδιά, κάνουν θόρυβο, ζημιές και γενικά δεν τα θέλω. Τότε θυμήθηκα τον Ιωακείμ απο το χωριό μου. Τον φωνάζανε "ο ζαντός ο Γιωβάκ", δηλαδή, ο τρελός Ιωακείμ. Πρέπει να σας πω πως, μόνο τρελός δεν ήταν, τετραπέρατος, πανέξυπνος, απλά τρομερά ζωηρός σαν παιδί, κάτι που έκανε τον κόσμο να τον αποκαλεί ζαντό (τρελό). Μια μέρα που περνούσε ο κλητήρας της κοινότητας, ο Αβραάμ, ο Γιωβάκ, μικρός τότε, πήρε φόρα και σκαρφάλωσε στην πλάτη του, αρχινώντας να του γλύφει την φαλάκρα. Τότε ο σχωρεμένος ο Αβραάμ, με την στωϊκή του καρτερικότητα, φώναξε στον πατέρα του.."Θείο Κόλτη, έλα έπαρον απο απάνιμ το σκυλί ς' " δλδ, θείε Κόλτη, έλα πάρε απο πάνω μου τον σκύλο σου. Ο Γιωβάκ, είχε τέσσερα παιδιά, όχι ένα και δύο. Η δυσκολίες που πέρασε στο να βρεί σπίτι στην Γερμανία ήταν παροιμιώδεις, μα και το σθένος του ακόμη πιο παροιμιώδες. Είχε την επιλογή να τα αφήσει στο χωριό με τους γέροντες γονείς του, μα δεν το έκανε. Πρώτα πρώτα -έλεγε- εκείνοι είναι γέροι, πώς να μπορέσουν να τα φέρουν βόλτα με τέσσερα παιδιά. Και τα παιδιά μου αν δεν τα ζήσω απο μικρά, κι αν δεν με ζήσουν απο μικρά, θα τα χάσω. Εννοούσε πως δεν θα υπάρχει εκείνο το δέσιμο πλέον μετά, θα δημιουργηθεί ένα χάσμα ανάμεσα σε γονείς και παιδιά, που μετά πολύ δύσκολα κλείνει, ανάλογα φυσικά και απο τον χρόνο απουσίας των γονιών. Πάντα έλεγε, "γονέας έν ατός ντο τρανίν ίναν παιδίν, κι έν ατός ποι εποίκεν α' ". Είχε δίκιο, γονιός είναι εκείνος που μεγαλώνει ένα παιδί, όχι αυτός που το γεννάει. Αυτός που ξημερώνεται δίπλα του όταν έχει πυρετό, αυτός στον οποίο τρέχει να κουρνιάσει στην αγκαλιά όταν τρομάξει ή φοβηθεί, αυτός που θα κλάψει απο ανησυχία και πόνο.. Τι να το κάνω, να μου λές είμαι πατέρας και μάννα, μα το παιδί μου το κοιτάζουν άλλοι; Μετά πως θα έχεις την απαίτηση να σε βλέπουν σαν γονιό; Κι άν ακόμα σε φωνάζουν πατέρα και μητέρα, δεν θα είναι με την ίδια λαχτάρα, απ ότι αν τα μεγαλώνατε οι ίδιοι. Εδω φυσικά δεν αναφέρομαι για γονείς που ζούνε σε διάσταση. Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο θέμα που καίει, και μ' αφορά κι εμένα προσωπικά..δεν θέλω να το θίξω τώρα.. Ο Γιωβάκ ο ζαντός, βρήκε τρόπο να μπει σε σπίτι τελικά, και αν σας φανεί αστείο σαν ανέκδοτο, άλλο τόσο είναι και πέρα ως πέρα αληθινό, δείτε τι έκανε. Στο τελευταίο σπίτι, όταν τον ρώτησαν αν έχει παιδιά, είπε όχι. Ευχαριστηθήκανε οι ιδιοκτήτες του. Τότε τους ρώτησε ο Γιωβάκ, "σκυλιά και γάτες επιτρέπονται;" Όσα κατοικίδια θέλετε μπορείτε να έχετε. Θα σας δίνουμε και εμείς τροφή να τα ταΐζετε. Μιας και είχε δυό κοριτσάκια και δυό αγοράκια, τους λέει, "έχω δυο γατάκια και δυό σκυλάκια".. Χαρά οι Γερμανοί..και μπράβο, και να κι ένας Έλληνας επί τέλους ζωόφιλος.. Τους βάζει και υπογράφουν τα συμβόλαια για 20 χρόνια, με κάποιες μικρές αυξήσεις ανά δύο χρόνια, κι όλα αυτά επειδή ήταν "ζωόφιλος". Το μυστικό ήταν πως, πουθενά στο συμβόλαιο δεν έγραφε το παραμικρό για παιδιά, οπότε δεν μπορούσε πλέον να τον κουνήσει κανένας. Μόλις τελείωσαν τα τυπικά, άρχισε να κουβαλάει τα λιγοστά του πράγματα στο σπίτι, έφερε στο τέλος και τα τέσσερα μωρά.. Φρίκιασαν οι ιδιοκτήτες.. Τι είναι αυτά; δεν είπαμε όχι μωρά; Μας είπες πως δεν είχες παιδιά.. Δεν είναι παιδιά αυτά, σταματήστε να φωνάζετε.. Και τι είναι; Τα δύο είναι γατάκια και τα άλα δύο σκυλάκια.. Μας κοροϊδεύεις; Εγώ; να! δείτε..και γυρνώντας στα μωρά, ρώταγε... Πώς κάνουν πουλάκια μου, εσείς οι δύο οι κουκλίτσες μου... οι γατούλες; "Μιάου, μιάου, μιάου..." τα δυό μικρά Πώς κάνουν αγορίνες μου τα σκυλάκια; "Γούβ, γάβ, γάβ.." Το βλέπετε; δεν μιλάνε, νιαουρίζουν και γαβγίζουν μόνο.. άμετε τώρα στο διάολο να ταΐσω τα μωρά μου γιατί ταλαιπωρήθηκαν και πεινάνε.




26 Μαΐου 2008



4 Ο Ιπτάμενος Μπρουσλής..

Περπατούσαμε και οι τρείς στην παραλία Θεσσαλονίκης, εγώ, ο Στάθης και ο Στέλιος. Είμασταν και οι τρείς αχώριστοι, και πηγαίναμε και στην ίδια σχολή Tae Kwon Do.

Ο Στάθης μίλαγε όπως πάντα για μηχανάκια, δεν τον άκουγες να μιλάει ποτέ του για κάτι άλλο, ήταν όλη του η ζωή. Ο Στέλιος μίλαγε όλο για καράτε, κάνοντάς μας συχνά ρεζίλι σε κόσμο, κάνοντας φιγούρες με τα πόδια του, κι έκοβε πάντοτε τα νύχια του μέχρι τον αγκώνα..

Μια μέρα θυμάμαι, πήγε μέσα στο σινεμά που ήταν γεμάτο κόσμο να κάνει σπαγκάτο να τον θαυμάσουν κάτι κοριτσάκια. Όχι πως δεν μπορούσε, ..μωρέ αυτός μπορούσε, το παντελόνι του δεν το άντεξε. Χρίιιιτς,,,ακούστηκε με το που πήγε να το κάνει, έχοντας πάρει φόρα και κάνοντας ένα τρελό σάλτο στον αέρα, έχοντας ήδη ανοιχτά τα πόδια. Αντί να κόψει όμως, ο χάχας είχε πάρει πλέον τόση φόρα που ήταν αδύνατο, οπότε ακούστηκε και το μοιραίο χράτς!

_Στάθης; πάει αυτός, βγάλε ζακέτα..
_Γιατί; _Τι γιατί ρε, δεν άκουσες τον χαρακτηριστικό ήχο;
_Όχι..τι έγινε..
_Δώσ' του ρε του μαλάκα τη ζακέτα σου να τη ζωστεί σαν φουστανέλα, γιατί σκίστηκε το παντελόνι του γελοίου..

Απο τότε, κι επειδή η κίνησή του είχε μεγάλη δόση μπαλέτου, τον ονομάσαμε ιπτάμενο Ολλανδό. Ο Στάθης ήταν κάπως..όχι χοντρός, όχι γεμάτος, ..απλά μωρέ, να..ήταν γερά, πολύ γερά ..του θανατά γερά χτισμένος. Άμα φόραγα το σακάκι του, θα μπορούσα να κλέψω και να κουβαλήσω ένα πρόβατο άνετα μέσα χωρίς να το πάρει χαμπάρι κανένας.

Τα πουκάμισά του δεν τα πέταγε ποτέ, με αυτά σκέπαζε το αυτοκίνητο ο πατέρας του κι αυτός τη μηχανή του, σαν αντίσκηνα ήτανε, απο κάτω χώραγε μέχρι και φουσκωτό με εξωλέμβιο.


Θυμάμαι με τον Στάθη, επειδή πάντοτε κόμπλαρε λόγω εμφάνισης να κάνει καμάκι, πλήρωνε για να πάει με γυναίκα. Κάποτε βρεθήκαμε και οι τρείς στη Λάρισα. Νοικιάσαμε δωμάτια σε ένα ξενοδοχείο και σουλατσάραμε. Αμ, έλα που ο Στάθης θέλει γυναίκα; Του στήσαμε ένα χουνέρι εγώ κι ο Στέλιος, που ακόμα το θυμάται. Η κοπέλα που ήρθε στο ξενοδοχείο ήταν μιλημένη να ..μην μιλήσει. Εγώ κι ο Στέλιος κρυμμένοι κάτω απο το κρεβάτι του.

Μπαίνει ο Σταθάκος με την λεγάμενη, και ξαπλώνουν, πρώτα εκείνη, κάτι που το καταλάβαινες διότι οι σούστες απ' το κρεβάτι δεν κουνήθηκαν πάνω απο πέντε χιλιοστά, και μετά ο πηδηχτούλης, που κόντεψε να μας λιώσει και τους δυό μας απο κάτω, κάνοντάς μας να μετανιώσουμε προς στιγμής με την φαεινή μας ιδέα.. Κάποια στιγμή άρχισε να "κουνιέται", κι εγώ με τον Στέλιο σιγά σιγά, αρχίσαμε και του χαϊδεύαμε τον κώλο, του μαλάκα, που δεν έλεγε να πάρει είδηση.
Όταν μετά πολλά πήρε κάνα δυό αργές στροφές, λέει της γκόμενας..

_Ρε σύ;
_Ναί αγόρι μου;
_Δε με λές; πόσα χέρια έχεις;
_Δύο...δεν τα βλέπεις; μπροστά σου τα έχω..γιατί;
_Τι γιατί ρε; κάτι δεν πάει καλά εδω..
_Δεν σε καταλαβαίνω, τι δεν πάει καλά; με κάνεις και ανησυχώ..
_Ρε τον κώλο μου ποιός τον χαϊδεύει τόση ώρα αφού δεν τον χαϊδεύεις εσύ;
_Α! ιδέα δεν έχω, όχι πάντως εγώ..στα έδειξα τα χέρια μου.. _Μαλάκεςςςςςς...τσογλάνιαααααα...πλάκες ρε είναι αυτές μή σας σπάσω τα μούτρα;

άρχισε να ωρύεται τότε αφού πλέον κατάλαβε ποιοί του την κάνανε την κασκαρίκα.. Εμείς παραλίγο να πνιγούμε απο τα γέλια, βγήκαμε απο το δωμάτιο τρέχοντας και εξαφανιστήκαμε για πάνω απο πέντε ώρες, μέχρι να του περάσουν τα νεύρα. Απο τότε, όταν θέλαμε να τον νευριάσουμε, του λέγαμε, πάμε ρε καμιά βόλτα στη Λάρισα;

Και ξάφνου εκεί στην παραλία...τι βλέπουνε τα πανέμορφα, σχιστά, καταπράσινα και αμυγδαλωτά μας μάτια; (ηρεμήστε, πλάκα κάνω..) Τι είδαμε; ...έ; δυό τουρίστες! αμέ αμέ..ένα ζευγαράκι..

Θα μου πείς, σώπα ρε μεγάλε, είδες τουρίστες στην Ελλάδα; Σωστά..δεν είναι οι τουρίστες απλά, "ΤΙ" τουρίστες είναι το θέμα.. Γιαπωνέζοι..τό 'πα που θα έσκαγα..με κάτι γυαλιά, που άμα τα γύρναγες ανάποδα έβλεπες το φεγγάρι μπροστά σου, και με φωτογραφικές μηχανές κρεμασμένες στο λαιμό σαν κουδούνια, με ένα ύφος ηλίθιο, χαζοχαμογελώντας δίχως λόγο, κάνοντας όλη την ώρα "ΟΟΟοοοοο.." "ΑΑΑαααα.." "ΟΟΟχχχοοοοο.."...

Τροχάδην ο μαλάκας μας ο ιπτάμενος, εις προϋπάντηξην των ξένων, με τα άπταιστα Αγγλικά του...
"γιαπανίς, γιού φάϊτ γουϊθ μί;
Τον κοιτάνε τα μογγολάκια με κάτι ορθάνοιχτα μάτια...σου λένε οι άνθρωποι, ένα μονάχα μας πλησίασε και μας μίλησε απο ολόκληρη Ελλάδα, κι αυτό σαλεμένο μας βγήκε..

Ξανά ο δικός μας, εκεί, απτόητος ο στούρνος,
_"μι και γιού...φάϊτ, καλά;"
_Νοοοοοοοο φάϊτ, νο φάΙτ, του λέει κι ο αρσενικός γιάψης.
_Έλα ρε...τζόκ, νο ρίαλ φάϊτ ρε..πλάκα, τζόκ ρε..
_Νοοοο τζόκ, νοοοοο τζόκ...ξαναλέει ο Τζιαπανίζ...

Παίρνει τότε μια απειλητική στάση, σκέτος Βούδας ο δικός σου, βγάζοντας και μια χαρακτηριστική κραυγή.."ΧΟΥ!! και φωνάζοντας του Γιαπωνέζου: "Θα σε κάνω Μπρούς λή ρε".. στήνεται απέναντί του σαν το τείχος του Βερολίνου!

Και τότε ξαφνικά, σαν να είδαμε ένα πόδι να κάνει μια κίνηση και έναν Στάθη να ξαναγίνεται ιπτάμενος, κάνοντας μετά το "ΧΟΥ" και ένα "Α!-χου" και ένα "σπλάςςςςς" πέφτοντας στα βρωμόνερα της παραλίας και καταπίνοντας λύματα το μαλακισμένο.

Ο Γιαπωνέζος μαζί με την ολόϊδιά του, τάχυναν το βήμα τους πρός άγνωστη κατεύθυνση, ενώ εγώ, ο Στάθης και καμιά κατοσταριά περίεργοι περαστικοί, ταχύναμε προς την γνωστή πλέον σε όλους μας κατεύθυνση, για να βγάλουμε τον βλάκα, που αλλιώς δεν θα έβγαινε, παρά μόνο όταν χόρταινε σκατό..

_Τι έγινε ρε σείς; δεν κατάλαβα.. μας ρώτησε μισοχαμένος σαν τον βγάλαμε..
_Δεν κατάλαβες, έ; τον ρώτησα με ειρωνεία
_Όχι..είδηση δεν πήρα
_Ξανακάνε ρε τον Τσάκυ Τσάν, κόπανε..

Τον πήραμε και φύγαμε κρατώντας τις μύτες μας λες και πήραμε μαζί μας παρέα τον Θερμαϊκό. Πάντως του βγήκε σε καλό γιατί, έμαθε να κολυμπάει στα σκατά, ήταν χορτάτος για τρείς ημέρες, κι έκοψε τις φιγούρες γλυτώνοντας τη μάνα του απο το να του αγοράζει κάθε Τετάρτη καινούργιο παντελόνι.

Να αγιάσει το πόδι σου ρε Κλάιν Μάιν..
πάτ κιούτ πάρτον κάτω.."ΧΟΥ ρε!!"




24 Μαΐου 2008



6 Πόσους παπού;

Δεν μας θέλανε οι ντόπιοι παιδί μου, μου είπε ο παππούς μου ένα απόγευμα. Καθόμασταν παρέα στη σκιά της καστανιάς, έχοντας παρά δίπλα το γαϊδαράκο μας να βόσκει δεμένος σε ένα κλαδί, γιατί την κοπάναγε συχνά. Ήμουν δεν ήμουν δέκα χρονών παιδί τότε.. Γιατί δεν σας θέλανε παππού; τον ρώτησα. Γιατί θεωρούσαν όλα τα σπίτια και τα χωράφια που άφησαν οι τούρκοι, φεύγοντας τότε στην ανταλλαγή, για δικά τους. Όταν μας φέρανε εμάς λοιπόν εδώ, και μας μοίρασαν χωράφια και σπίτια να μείνουμε, άρχισαν να μας πετροβολάνε και να μας βασανίζουν. Πώς σας βασανίζανε παππού; Μας έβριζαν, μας έλεγαν τουρκόσπορους, επειδή ήρθαμε απο τον Πόντο, χτυπούσαν τα παιδιά μας, δέρνανε τις γυναίκες και τους πιο αδύνατους απο μάς, τους γερόντους δεν τους σέβονταν, χαλούσαν τους φράχτες στα χωράφια μας και βάζανε τα ζώα τους μέσα καταστρέφοντας τα σπαρτά..άστα, περάσαμε βάσανα πολλά. Απο τη μιά μας έσφαζαν οι Τούρκοι γιατί είμασταν Έλληνες, κι απο την άλλη μας έβριζαν και μας χτυπούσαν οι ντόπιοι λέγοντάς μας Τούρκους. Και εσείς τι κάνατε παππού; τους αφήνατε να σας βασανίζουν; Όχι για πολύ..κάποτε μαζεύτηκαν οι γέροντες σε ένα σπίτι, το θυμάμαι σαν τώρα γιατί ήταν στο σπίτι του θείου μου και ήμουν εκεί γιατί μπορούσα κι εγώ στα δεκαπέντε μου να έχω όπλο. Όσοι μπορούσαν να πάρουν όπλα, ήταν εκεί. Δεν πάει άλλο αυτή η κατάσταση είπανε, κάτι πρέπει να κάνουμε. Και τι κάνατε παππού; πόλεμο; Χαμογέλασε κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του.. Όχι, δεν κάναμε πόλεμο όπως τον εννοείς παιδί μου, αλά πολεμήσαμε με τον δικό μας τρόπο. Όποιος έκανε κακό σε κάποιον δικό μας, τον πιάναμε, τον φέρναμε στην πλατεία, και τον περνούσαμε δίκη, σαν να ήταν δικαστήριο, λέγοντας δυνατά τι έκανε να ακούνε όλοι. Τον προειδοποιούσαμε για μία και τελευταία φορά να μην το ξανακάνει αλλιώς θα είχε συνέπειες, και τον αφήναμε να πάει στο σπίτι του. Πολλοί τρομάξανε έτσι και σταμάτησαν να μας ενοχλούν. Μερικοί όμως, ειδικά οι Βουλγαρόφωνοι, δεν σταματούσαν με τίποτε. Άτιμη φάρα.. Τότε, μαζευτήκαμε κάμποσοι απο εμάς, νέα παλληκάρια, και αρχίσαμε να τους χτυπάμε αλύπητα, αίμα έτρεχε απο μύτες και στόματα, μέχρι και απο τα αυτιά αίμα βγάλανε.. Ξέραμε να πολεμάμε, μια ζωή πολέμους είχαμε, ήμασταν μαθημένοι. Κατάλαβαν ότι είμασταν αποφασισμένοι να μην αφήσουμε πλέον κανέναν να μας πειράξει η να μας αδικήσει. Περάσαμε πολλά, κι αντέξαμε πάρα πολλά, για να μας βάλουν κάτω οι Βούλγαροι. Και τι έγινε παππού στο τέλος; Στο τέλος, έμειναν μονάχα οι ήσυχοι, τρείς τέσερις οικογένειες που άλλαξαν και ονόματα, τα κάνανε Ελληνικά, οι άλλοι χάθηκαν, πήγανε στην Βουλγαρία.. Παππού; Ναι παιδί μου; Πολέμησες; Πολέμησα..ναι.. Που πολέμησες παππού; Πολέμησα παιδί μου... με Ιταλούς στην Αλβανία, με Γερμανούς, στην Κορέα μας στείλανε..με τους αντάρτες στον εμφύλιο.. Σκότωσες πολλούς παππού; ......Το βλέμμα του άξαφνα έμεινε να κοιτάζει μακρυά, κάπου στον ορίζοντα.. Ποιός ξέρει τι πικρές αναμνήσεις του ξύπνησε η ερώτησή μου.. Δεν θυμάμαι να πήρα ποτέ απάντηση πάνω σ' αυτό.. Θυμάμαι όμως, πως δάκρυσε σκύβοντας το κατάλευκο κεφάλι του, και κατεβάζοντας το βλέμμα του στη γή, να μην τον δώ να κλαίει.. Ελαφρύ να 'ναι το χώμα σου παππού μου..




23 Μαΐου 2008



0 Ο Δημάκος μας..

Κάποτε ήρθε ο Δήμος ξανά στο χωριό, μετά απο χρόνια απουσίας στα μακρυνά τα ξένα..συγκεκριμένα δηλαδή, στη Θεσσαλονίκη έμενε. Είχε να φανεί στο χωριό για πάνω απο δεκαπέντε χρόνια, τεράστιες οι αποστάσεις βλέπεις, Θεσσαλονίκη - Πλατανάκια είναι ογδόντα χιλιόμετρα, πώς να πάς..θέλεις τουλάχιστον μιά-μιση ώρα με το τραίνο.

Ήρθε όμως και για άλλον λόγο, για να μας κάνει λεζάντα την καινούργια του γκόμενα, μιας και η πρώτη τον παράτησε τάχιστα, διότι ήτο λέει, μάλαξ.

Κάποιο λοιπόν απόγευμα, ήρθε με το φρικιό του αγκαζέ στην καφετερία που τυγχάνει να ήταν η δική μας, κι όπου παρίστανα εγώ τον σερβιτόρο και τον δηλητηριαστή μέσα κι έξω απο το μπάρ.

_Ώωωωω..καλώς τον κύριο Δήμο μας, ωσάν τας χιόνας, πώς και απο τα μέρη μας τρισδιπλάσιε;
_Ε, είπα να σας θυμηθώ..
_Και πολύ καλά εκάματε, σας αρωθυμήξαμαν..τι θα πάρετε;
_Το ποτό μου, απήντησεν ο μάλαξ..
Ποιό ποτό σου ρε κόπανε μου 'ρθε να του πω, ήσουν και χτές εδώ για να το ξέρουμε; μα, εσυνοδεύετο υπο γυναικός, που ο Θεός να το έκανε γυναίκα εκείνο το πράγμα δηλαδιές, μα έβγαλα το σκασμό..

_Λυπάμαι κύριε Δήμο μας, μα δεν θυμάμαι πως το λένε το πιώμαν σας, μπορείτε να μου το ξανα-ενθυμίξετε;
_Rosso Antico ρε, είπαμε, ένα είναι το ποτό.., απαντά ο πανηλιθιότατος..

Που να το βρώ ρε χάϊβανε, που δεν έχει ούτε μια εβδομάδα που το διαφημίζει η τελεόραση; Το μόνο που ήξερα ήταν ότι είχε καμπυλωτό σχήμα και ήταν κόκκινο, κι αυτό απο την διαφήμηση. Δεν του είπα φυσικά ότι δεν έχουμε, απλά κούνησα καταφατικά το κεφάλι μου και γύρισα και κοίταξα το πράγμα δίπλα του, συνεχίζοντας την παραγγελία..

_Εσείς;
_Εγώ θέλω ένα καπουτσίνο
_Ξέρετε, η μηχανή του καπουτσίνου έπνευσε τα λοίσθια, θα θέλατε κάτι άλλο;
_Τι λοίσθια;
_Εξέπνευσε κυρία μου, τα εκακάρωσεν πιο απλά..
_Έναν φραπέ δίχως ζάχαρη δίχως γάλα, και με πολλά παγάκια..

Το έβλεπα τώρα το γιατί είχε τέτοια φάτσα..
_Αμέσως, είπα και την έκανα με αλαφρά..μπρρρρρ....

Στο μπάρ ήταν ..ποιός άλλος; ο Μανώλης...τον θυμόσαστε έτσι;
_Ρε Μάνο;
_Τι;
_Το Rosso Antico τι είδους πιοτό είναι;
_Που να ξέρω..
_Και τώρα τι του πάνε του κάφρου;
_Τίνος κάφρου;
_Γύρνα το βλέμμα σου μια γύρα εδώ μέσα και πές μου πόσους κάφρους βλέπεις
_Μόνο κάφρους βλέπω, λέγε!
_Α! καλά.. Τον Δήμου εννοούσα πάντως..Τι του πάω τώρα;
_Ξέρω γώ; γιατί δεν τον είπες ότι δεν έχεις..
_Σώπα ρε ξύπνιε!..και να μας ειρωνεύεται μετά; Θα δείς..κάτσε..κόκκινο δεν είναι;
_Ναι, νομίζω κόκκινο..
_Τι γεύση λές να 'χει;
_Θα είναι κανένα γερό πιοτό μάλλον..
_Οκ, λοιπόν, φέρνε μου απο την κάβα ένα ένα τα μπουκάλια, όλα..
_Τι λές ρε μαλάκα; τι θα βάλεις μέσα;
_Κάνε ρε συ αυτό που σου λένε μια φορά δίχως να αντιμιλάς, γίδι..σκάσε και φέρνε..

Και άρχισα να βάζω ότι μου ερχόταν μπροστά μου, Τζίν, βότκα, ουίσκι, πορτοκαλάδα, τεκίλα, μεταξά, καλούα, γκράν μαρνιέ, και στο τέλος για να γίνει κόκκινο, μια δόση απο κόκκινο Bolls και..έτοιμο...και σε ψηλό ποτήρι μάλιστα, για να χωρέσουν όλα τα συστατικά της αλχημείας..

_Μαλάκα Νίκο, έτσι και πέσει καμία σταγόνα στο μάρμαρο, θα έχουμε πανικό..
_Τι πανικό..;
_Άν δεν γίνει καμιά έκρηξη, σίγουρα θα ανοίξει τρύπα στο μάρμαρο..
_Κόψε ρε τα χαζά..
_Ρε Νίκο; κι αν πάθει το μαλακισμένο καμία δηλητηρίαση..
_Λές; και κοίταξα τον Δήμο..Μπά, γεροδεμένος φαίνεται, θα το αντέξει.. Ετοίμασα και το φρεπέδιον της μανδάμ, και προσεκτικά μην πολυκουνηθεί το μίγμα έφτασα κοντά τους, και τα εναπόθεσα αργά με ευλάβεια μπροστά τους..
_Στην υγειά σας..

Παίρνει το ποτήρι ο Δήμος, και πάει να τσουγκρίσει με τη δικιά του. Θυμήθηκα τον πανικό, και γεμάτος τρόμο λέω του Δήμου..
_Έεεεπ!! πού πας ρε Καραμήτρο; με φραπέ πάς να τσουγκρίσεις; γρουσουζιά, δεν κάνει, μή!
Έκανε πως το 'ξερε και ότι το έκανε για πλάκα, καγχάζοντας σαν χλεχλές..

Ήπιε μια γουλιά, γύρισε και με κοίταξε -που δεν έφευγα ρούπι μέχρι να δώ αντιδράσεις ή να ακούσω εκρήξεις..- κοίταξε την καλή του, την κακή και την ανάποδή του, μετά κοίταξε κι όλους τους υπόλοιπους θαμώνες του μαγαζιού...
Εμένα το βλέμα του με κατατρόμαξε εν τω μεταξύ, μου φάνηκε σαν να αποχαιρετούσε τον μάταιο και ψεύτη κόσμο..και στο τέλος αφού πήρε ανάσα, είπε..
_Όπως το πίνω..
Ανάσανα κι εγώ ο μαλάκας, που απο τις τύψεις και τις ενοχές κόντευα να του το αρπάξω απο τα χέρια και να το πετάξω στην αυλή, πέφτοντας ταυτόχρονα μπρούμυτα και φωνάζοντας σε όλους "Βόμβα, καλυφτείτε αδέρφια"..

Και όλο το μάτι μου πάνω του..κι εκείνος στα τέτοια του, χα χα χα και χου χου χου με το έπιπλο δίπλα του..και δώστου κάτι γερές γουλιές..

_Νίκο;
_Περικαλώ;
_Άλλο ένα..και γαμώ το ποτό..
Έμεινα κάγκελο..τι λέει ρε ο πανύβλαξ; Ποιό είναι και γαμώ το ποτό; Πρώτα πρώτα δεν ήταν ποτό, ήταν όλη μου η κάβα..Και δεύτερον, να με πάρει ο διάλος εάν θυμόμουνα τι ακριβώς βάλαμε μέσα στο πρώτο.. Έτρεξα στο μπάρ αλαφιασμένος!

_Μανώωωλη..έλα κι ο πανικός τώρα αρχίζει..
_Τι έγινε;
_Τι έγινε ρωτάς;
_Πές ρε; έπαθε τίποτε;..
_Τι να πάθει το κτήνος ρε συ, που θέλει κι άλλο το αναίσθητο..
_Ο Δήμος;
_Αμ ποιός άλλος..
_Ξανά κάντου το..
_Τι λές ρε Μανώλη, λές να θυμάμαι τι βάλαμε στο προηγούμενο;
_Γιατί, θα καταλάβει την διαφορά; εδώ δεν κατάλαβε κάν, πως δεν ήταν Rosso Antico..
_Καλά λές..αρχίνα πάλι να κουβαλάς..

Και μετά απο λίγο..
_Στην υγειά σας..
Ακολούθησαν τα ίδια, ξέρετε...βλέματα, ..αντίο κόσμε κ.λ.π. και στο τέλος το σήμα κατατεθέν ο "ΔΗΜΟΣ"...
_Όπως το πίνω..

Δεν θέλω να σας κουράσω, μα στο τέλος ο Κτήνος ήπιε τέσσερα..
Ήθελε και πέμπτο μα αναγκάστηκα να του πω πως μας τέλειωσε.. Ε, ναι, είπαμε να πουλήσουμε, όχι να τον πεθάνουμε κι όλας.

Κοιτάζει ..άς το πάρει το ποτάμι.. την γκόμενα λοιπόν, με ύφος ήρωα και της λέει..
_Άμα όλοι ξέρανε να πίνουνε, καλά θα ήταν..αλά τι να τους πείς, αφού στα χωριά μείνανε πίσω.. _Ααααααααα...μάστορα, εδώ θα τα χαλάξωμεν. Δηλαδή Δήμε, εσύ ξέρεις να πίνεις;
_Βέβαια, αμφιβάλεις;
_Έ, όσο να 'ναι..
_Σοβαρά; και γιατί;
_Θα σου πω κάποια άλλη μέρα..

Πλήρωσε πανάκριβα τη μαγκιά του, ούτε ήξερα πόσο να του χρεώσω τα αχταρμαλίκια, και του έβγαλα έναν λογαριασμό, που άμα δεν είχε πιει τα τέσσερα, θα έπαιρνε σίγουρα μαζί στο σπίτι του καμιά πολυθρόνα απ' το μαγαζί, αφού έτσι κι αλλιώς την είχε χρυσοπληρώσει..
_Δήμο; είναι σίγουρα όπως το πίνεις; έ, είμαι και γαμώ τους μπάρμαν..

Τελικά άρχισα να το σκέφτομαι, μήπως να πατεντάρω την εφεύρεσή μου; ρε λές να ανακάλυψα το νέο "και γαμώ το ποτό" ;




22 Μαΐου 2008



2 Κι αυτό τι σημαίνει Ιωάννη;

Μέσα στις λάσπες και καταγρατζουνισμένος ο Γιάννης έφτασε στο σχολείο λαχανιασμένος. Πρέπει να πήγαινε τότε πέμπτη ή έκτη δημοτικού, δεν θυμάμαι ακριβώς. Εμείς παίζαμε στην αυλή, και σαν τον είδαμε τρέξαμε κοντά του γελώντας. Τον είδαν και οι δάσκαλοι, και ο Σταυρούλης τον φώναξε με το άγριο ύφος του να πάει κοντά του. Ξέχασα να σας πω όμως μερικά για να ξέρετε τι ακολουθεί. Το χωριό μας αποτελείτο την εποχή εκείνη απο Πόντιους 97%, μία οικογένεια βλάχων οι οποίοι μετοίκησαν εις την ενδοχώραν μη δυνάμενοι να τα βγάλουν πέρα μαζί μας, και τέσσερις οικογένειες Σαρακατσαναίων, τις οποίες όμως καταφέραμε, με κόπο μέν αλά επιτυχώς, να εκπολιτίσουμε, έτσι ώστε έμαθαν να ομιλούν απταίστως την ποντιακήν, να χορεύουν άπαντας τους χορούς ημών και να μαγειρεύουσι "λάχανα με τα φασούλια, κιντέας, φούστουρον και χαβίτσι"..αμ πώς, άς κάνανε κι αλλιώς άμα μπορούσαν. Μιλάμε για μαζική γενοκτονία των Σαρακατσαναίων δικέ μου. Οι δάσκαλοι τώρα, λές και ήτανε όλοι τους βαλτοί. Κανένας μα κανένας δεν γνώριζε Ποντιακά. Άρα; Αγράμματοι. Διότι, καθώς η ποντιακή είναι η αρχαία "ΙΑΣ", άρα "αρχαία ελληνικά", αυτοί οι κόπανοι δεν σκάμπαζαν γρί..απορούσα τι σκατά ήρθαν να μας μάθουνε και με ποιόν τρόπο, αφού δεν μπορούσαμε να συνενοηθούμε ρε παιδάκι μου..σκέτη Βαβέλ! Αντί να μας στείλουνε μορφωμένους πόντιους δασκάλους, μας στέλνανε κάτι μαλάκες απο Πελοπόννησο, απο Κρήτη, απο Στερεά, απο Αθήνα, που τα γκαβά τους δεν μπορούσαν να βγάλουνε. Απορώ πως δεν χάθηκε κανείς τους στο δρόμο...πώς μπόρεσαν και βρήκαν το χωριό μας δηλαδή. Όχι δρόμους δεν είχαμε, ούτε πινακίδες, ούτε στο χάρτη υπάρχει, ούτε συγκοινωνία. Ψέματα..συγκοινωνία είχαμε και μάλιστα τακτικότατα, κάθε τρίμηνο πέρναγε μία μπουλντόζα της 4ης Μ.Ο.Μ.Α. Μας παρακαλάγανε, σχεδόν τους λυπόμασταν.."σας παρακαλούμε, μιλάτε στα παιδιά σας ελληνικά.." Σε ποιόν τα λές αυτά ορε χαμένε; Στους Τριγενείς Ακρίτες; Μα, το ποντιακό φιλότιμο και πάλι δοξάστηκε. Και δώστου οι γιαγιάδες να προσπαθούν φιλότιμα να μας μιλήσουν ελληνικά, μπάς και μορφωθούμε μαθαίνοντας ξένες γλώσσες όπως τα ελληνικά, λέγοντάς μας, "δέβα πούλιμ φέρον με το σάρωθρον να τοπλαέβωμε τα χωσέτια.." Γιαγιά; Ντό ρίζαμ; Ελληνικά δεν είπε ο δέσκαλον να μας μιλάτε; τι σάρωθρον και χωσέτια μου λές; Νέπε δέβα χάθ' και φέρον ντό είπα 'σεν. Καταλάβατε τίποτα; Αποκλείεται...σωστά; Χμμμ! Κατάλαβα, κι εσείς αδιάβαστοι στα αρχαία έ; Κοπάνα; κοπάνα; ...??? Έρχεται λοιπόν μπροστά στον δάσκαλο ο Γιάννης, και τον κοιτάζει αφ' υψ..(?)..τρίχες, ένα μέτρο ήταν όλο κι όλο ο τάπας, τον κοιτάζει λοιπόν αφ' κοντού! Τι έπαθες Ιωάννη; Ντό; (Τί; άντε να σας βοηθήσω λίγο με σκονάκια...άντε πάλι) Λέω, τι έπαθες Ααααα! Ερούξα δέσκαλε (έπεσα δάσκαλε) Τώρα ο δάσκαλος πάει τάχα μου και καλά, να τον αναγκάσει να το πεί ελληνικά...δεν κατάλαβε καλά με ποιόν τα έβαλε..χε! χε!.. Και τι σημαίνει αυτό Ιωάννη; Εσαχπώθα (έφαγα ξάπλα) Α! μάλιστα, και εσαχπώθα τι θα πεί; Ετσαρμουλήγα δέσκαλε (Καταλασπώθηκα δάσκαλε) Κι αυτό τι σημαίνει; Ετοχτώθα δέσκαλε (Χτύπησα δάσκαλε) Α ρε ατελείωτη ποντιακή γλώσσα, πλούσια η άτιμη..έ; Ο δάσκαλος είχε φτάσει στα όριά του, μα ο Γιάννης που απο την αρχή πήρε πρέφα το σκηνικό, μουλάρωσε, δεν σκόπευε με καμία δύναμη να μιλήσει ελληνικά. Και ετοχτώθα τι σημαίνει Ιωάννη; φανερώτατα πλέον εκνευρισμένος ο διδάσκαλος.. Τότε, επίσης φανερά θυμωμένος ο Γιάννης, τού λέει με φωνή που μετά βίας κρατούσε σιγανή.. Άξον δέσκαλε, εξέβα απάν σο άλογον, ατό εδέκεν 'α πλάν και ερούξα απές σα κιντέας. Ατώρα αγνάψες; (άκου δάσκαλε, ανέβηκα στο άλογο, αυτό κάλπασε, και έπεσα μέσα στις τσουκνίδες. Κατάλαβες τώρα;) Του αστράφτει μια ο δάσκαλος, που νομίζω, τι νομίζω, είμαι σίγουρος, πως ο Γιάννης πρέπει εκείνη την ημέρα να πήρε πτυχίο αστρονομίας, βλέποντας τόσα αστέρια να περνάνε μπρός απ' τα μάτια του...λογικό και χαλάλι του δηλαδή, σε καλή μεριά και πάντα επιτυχίες.. Σηκώθηκε και έφυγε κλαίγοντας για το σπίτι, παρ όλες τις απειλές του δασκάλου και τα ουρλιαχτά του. Βλέπετε, τω καιρώ εκείνω, έπιπτεν ράβδος μετά μουσικής. Πώς να το κάνουμε, είχαμε και μουσική παιδεία.. Γέλια μεταξύ των δασκάλων, χα χα χα και χι χι χι για το γεγονός, ώσπου τις είδεν τον Κύριον και ουκ εφοβήθη..για την ακρίβεια, την "Κυρίαν"..Μάρθα, την μάννα του Ιωάννη, η οποία ζωσμένη τα κουμπούρια της (δηλαδή την τσάπα) έσπευσε πρός αρωγήν του υιού Ιωάννου. Οι δάσκαλοι και οι δασκάλες τα έχασαν, δεν περίμεναν την μητέραν του παιδός.. Και σαν φτάνει κοντά τους, τους...χ α μ ο γ έ λ α σ ε!... Απογοητευτήκαμε όλοι..καλά ρε; κι αυτή σαν τους δικούς μας; πουλημένη; τι σκατά κορδωνόταν ο Γιάννης, η μάννα μου η αντάρτισσα και τρίχες κατσαρές, αυτή μόλις βρέθηκε μπροστά τους άρχισε τα γλύφτικα χαμόγελα ρε..φτού! ..χάσαμε το action! Αμ έλα που μας ξεγέλασε κι εμάς, όπως και τους δασκάλους..και προσπαθώντας να τους μιλήσει ελληνικά, τους λέει.. Ποίος απο εσάς, να αγιάσουν τα χέρια του, έδειρε το γαϊδούρι τον γιο μου; Χα χα χα, γελώντας ο δάσκαλος...εγώ κυρία Αβραμίδου χα χα χα..(άντε μάθατε και το όνομά της...τσκ τσκ τσκ κοτσομπόληδες) Εσύ; μπράβο δέσκαλε..και γιατί όμως; ντο εποίκε; ...θέλω να λέγω, τι έκανε; Δεν μου μιλούσε ελληνικά. Α! γι αυτό; Ναί! Για πέει μεν, δέσκαλε, όταν τον γεννούσα, εσύ πόνεσες καθόλου; Ο δάσκαλος δεν πήρε φωτιά αμέσως..όχι! της είπε.. Και πώς μπορείς εσύ και χτυπάς το δικό μου το παιδί, αφού δεν το γέννησες κι ούτε πόνεσες γι αυτό; Εκεί δεν ήξερε τι να απαντήσει ο κοσμήτωρ της παντείου Πλατανακίων.. Και σηκώνει την τσάπα απο το στυλιάρι μεριά, και του το κατεβάζει ρε παιδιά πάνω στην καράφλα, πάρτον κάτω τον πρύτανη..και να κι αυτήν και να και την άλλη, και πάρτε κι εσείς καμιά -όποιος κόντεψε να βοηθήσει τον καθηγητήν- και στο τέλος τον λυπήθηκε επειδή δεν κουνιόταν άλλο.. Την επομένη, τον φυγαδέψανε με καγιάκ στην μακρυνή του χώρα, όπου έζησε αυτός κάπως πιο σίγουρος για το αύριο, κι εμείς πολύ καλύτερα δίχως τον μαλάκα που θα μας χάριζε το εύ ζείν με το ξύλο, και τρίχες κατσαρές, ή αλοιώς εις την ποντιακήν, "κακαλί μαλλία". (Μάθατε κανένα ποντιακό; η τζάμπα τα έγραφα; )




21 Μαΐου 2008



2 Stress Test

Δεν είμαι βέβαιος ακριβώς πώς λειτουργεί, αλλά αυτό είναι το εκπληκτικό. Διαβάστε την πλήρη περιγραφή πρίν εξετάσετε την εικόνα. Η εικόνα παρακάτω, δείχνει δύο ολόιδια δελφίνια. Χρησιμοποιήθηκε σε μια επιστημονική μελέτη για τα επίπεδα ψυχολογικής πίεσης στο νοσοκομείο του ST Mary. Εξετάστε και τα δύο δελφίνια πηδώντας έξω από το νερό. Τα δελφίνια είναι ολόιδια. Μια προσεκτικά ελεγχόμενη επιστημονική μελέτη, αποκάλυψε ότι, παρά το γεγονός ότι τα δελφίνια είναι ίδια, ένα άτομο κάτω από ψυχολογική πίεση θα έβρισκε κάποιες διαφορές στα δύο δελφίνια. Όσες περισσότερες διαφορές βρίσκει ένα άτομο μεταξύ των δελφινιών, τόσο μεγαλύτερη η πίεση που το άτομο έχει εκείνη τη στιγμή. Εξετάστε καλά την φωτογραφία και εάν βρείτε περισσότερες απο μία ή δύο διαφορές, ίσως κι εσείς να χρειάζεστε να πάρετε καμιά αδειούλα αναψυχής το ...συντομώτερο.
Λοιπόν; έχετε Stress; μάλλον...έ; (στάλθηκε για ανάρτηση απο την Τζένη)




20 Μαΐου 2008



4 Δωμάτιο με θέα..

Γερμανία, 1989, Garmish-Partenkirchen Πήγα να νοικιάσω γκαρσονιέρα, να μην με λένε άστεγο κι ότι κοιμάμαι κάτω απο γεφύρια.. Τα χρόνια εκείνα έβρισκες πανεύκολα δουλειά, μα σπίτι δεν έβρισκες με τίποτε. Άνθιζε απο τους παλιούς η "μαύρη" αγορά θυμάμαι. Θέλεις σπίτι; θα μου δώσεις 2, 3 4 και βάλε χιλιάδες Μάρκα..καλύτερα κάτω απο γέφυρα δηλαδή, αλά είπαμε..τι θα πει ο κόσμος. Σε μια αγγελία είχε δύο στο ίδιο σπίτι για νοίκιασμα. Πήρα αμέσως τηλέφωνο αλαφιασμένος και απάντησε η εγγονή του Χίτλερ, με μια γλυκιά φωνούλα που θύμιζε την αξέχαστη ηθοποιό, που εγώ -ως συνήθως- ξέχασα το όνομά της..(εκείνη μωρέ που έλεγε, "Λαλάκη, φάε τη σούπα σου παιδάκι μου.." ...όποιος θυμηθεί να μου πεί να το γράψω..) Χτύπησα το κουδούνι και μου άνοιξε μια Γερμανίδα..(λοιπόν, όποιος με πεί χοντρό θα τον σπάσω τα μούτρα) σκέτος τόφαλος, πρέπει να ήταν ίσαμε τέσσερις φορές εγώ.. Έμεινα να την κοιτάζω με δέος.. Ναί; Ε, ναι, ήρθα για την αγγελία, είμαι αυτός που σας τηλεφώνησε ενάμισι λεπτό πρίν..(φανταστείτε πώς οδηγούσα μη μου το προλάβει άλλος) Με κοίταξε σαν να έβλεπε κανέναν λιγδιάρη..Τι έγινε ρε πούστη μου, σκέφτηκα, ξέχασα να πλυθώ; Ά! και θυμήθηκα, η Σαπφώ Νοταρά ήτανε..Λαλάαακη...ναι ναι.. Μου άνοιξε την πόρτα και προχώρησε στη σκάλα. Τούρκος είσαι; με ρώτησε (όλα αυτά στα Γερμανικά βέβαια, αλά μη σας ταλαιποράω..ντάξ;) Όχι, Έλληνας, της είπα.. καλά, μαλάκω είναι; έχει δεί ποτέ της τούρκο όμορφο σαν εμένα; φτού ..γαμώτο.. Χέστηκε, σιγά μη καταδεχόταν να απαντήσει.. Άκουγα στο βάθος ένα ροχαλητό, που θύμιζε εμένα όταν κοιμάμαι και χάσκω με ανοιχτό το στόμα..θα είναι ο άντρας της ξανασκέφτηκα. Περάσαμε δίπλα απο ένα αρκούδι μαύρο και μαλλιαρό.."Αυτός είναι ο Ράμπο" μου είπε.."είναι σκύλος του Αγίου Βερνάρδου". Τότε το ξανακοίταξα και διαπίστωσα πως όντως δεν ήταν αρκούδα..ρε παιδιά; ο σκύλος ροχάλιζε..μα την ομορφιά μου σας μιλάω..έκανα κρυφά το σταυρό μου σαν να έπαιζα μαντολίνο και την ακολούθησα μέχρι που φτάσαμε σε μία ξύλινη στενή σκάλα.. "Ακολούθα με", μου πρόσταξε.. Αμ δε! μαλάκας είμαι; δεν το κουνάω ρούπι.. Άντε, τι κάθεσαι; μου ξαναματαλέει.. Ρε παιδιά; εσείς θα πηγαίνατε; εγώ όχι, δεν πάω, δεν τολμάω δηλαδή..Πού ξέρω αν αντέξει η σκάλα; μου έφερε χαρτιά πότε κατασκευάστηκε; πόσοι μαστόροι χτίζανε και πόσοι μαθητάδες; κι άμα σπάσει και βρεθούμε απο κάτω εγώ κι απο πάνω μου αυτή; και άντε δεν σπάει, κι άμα σκοντάψει και πέσει πρός τα πίσω; ή έστω, άμα ζαλιστεί; είναι και μιας ηλικίας η μπάμπω.. Ανεβείτε, σας ακολουθάω, της απάντησα..περιμένοντας να ανέβει τέρμα επάνω.. Ανέβηκε κάποτε, με τη γλώσσα σαν γραβάτα να κρέμεται και μου έδειξε το ένα δωμάτιο. Ήταν ένα πανέμορφο αρχοντικό..εφταμισάγωνο. Δεν είχε ούτε δέκα πόντους ευθεία, όλος ο τοίχος ζίγκ ζάγκ πήγαινε. Καλά ρε ο πούστης, στο Χίλτον βρέθηκα πάλι; βίλα λαχτάρα. Πόσο κάνει; τη ρώτησα.. 55ο μάρκα κρύο, μου λέει.. Το άλλο που έχετε; μπορώ να το δώ; Μου κάνει νόημα με το κεφάλι δείχνοντας πίσω μου. Μπήκα σε ένα άλλο πανέμορφο αρχοντικό..εφταμισάγωνο. Αυτό το σπίτι θα το χτίσανε είτε σουρωμένοι, είτε φύτρωσε μόνο του, αλλιώς δεν εξηγείται η παντελής έλλειψη ευθειών. Αυτό πόσο κάνει; Αυτό πρός το παρόν δεν το νοικιάζω, και η τιμή είναι 350 μάρκα κρύο. Γιατί δεν το νοικιάζετε; Έτσι θέλω, μου απάντησε ευγενικώτατα. Οκ, και ..ο λόγος -της μεγάλης θα έλεγα- διαφοράς στην τιμή εστί ποίος; Το πρώτο δωμάτιο έχει θέα; Τι έχει; Θέα Πού έχει θέα; Στο βουνό Ναί; Γιά! Χαμπάρι δεν πήραμε γιαγιά.. Βάς; μου λέει, βλέπεις το τελευταίο το είπα Ελληνικά.. Τίποτε τίποτε. Ώστε λόγω θέας κάνει 200 μάρκα παραπάνω έ; Βεβαίως, τι θέλεις, να έχεις θέα δωρεάν; Εκεί ρε παιδιά δεν άντεξα, με πήραν και με σήκωσαν οι διαόλοι μου..το αίμα μου βάρεσε κοτύλα, μα είπα μέσα μου, "όχι ρε ρουφιάνα, δεν θα μέ συγχίσεις εσύ, δεν θα σε βρίσω.." Την κοιτάζω, προσπαθώντας να μείνω ψύχραιμος -όπως πάντα...όταν κοιμάμαι- και της λέω. "Γιατί μου χρεώνετε 200 μάρκα την θέα κυρία μου;" Τόσο κάνει, άμα σ' αρέσει. Ομορφιά μου λυγερή, γοργόνα μου, δεν είναι δικό σου το βουνό, γιατί ζητάς χρήματα για κάτι που δεν σου ανήκει; Πόσα δίνεις του Θεού νοίκι για το βουνό, ώστε να μου επινοικιάσεις εμένανε μετά τη θέα; Είπα άμα σου αρέσει. Κοίτα να δείς, απο Ελλάδα είμαι, απο βουνό κατέβηκα, μπάφιασα απο βουνά, ποτάμια, θάλασσες, λίμνες κι απο ήλιο..μπορείς να μου δώσεις το άλλο; να σου δώσω άλλα 100 ακόμη, μα δεν θέλω θέα..σπίτια να βλέπω θέλω, ν' ακούω ανθρώπους να περνάνε απ' έξω θέλω, τη βροχή όταν χτυπάει στο τζάμι μου ή στις διπλανές σκεπές να ακούω μονάχα, μου φτάνει.. Με κοίταξε για πάνω απο ένα λεπτό, με κάτι πράσινα μικρά και παρατηριτηκά μάτια..και στο τέλος μου είπε με ένα χαμόγελο, "πάρτο 350" ..επειδή μου άρεσε αυτό που είπες, με τη βροχή..




19 Μαΐου 2008



5 Ζήτα συγνώμη....

Γερμανία, χειμώνας του '89, Garmish-Partenkirchen. Σχόλασα απο το εργοστάσιο στις 10, αλά λόγω του χιονιού και της BMW έκανα να φτάσω στο σπίτι πάνω απο μισή ώρα, και μιλάμε για μια απόσταση εφτά χιλιομέτρων συνολικά. Ζούσα σε ένα σπίτι, με κάτι τοίχους ένα μέτρο πάχος, σαν το κάστρο των ιπποτών της Ρόδου..στο ένα και μοναδικό δωμάτιο που νοίκιαζα και έμενα, τα παράθυρα είχαν θαμπώσει απο τον πάγο. Μέσα έκαιγε μια σόμπα πετρελαίου, μα έκανε τόσο ψόφο, που προτιμούσε η μαλάκω να ζεσταθεί η ίδια, αντί να ζεστάνει το δωμάτιο και μένα. Έκανες "χου" και η ανάσα σου έπεφτε στο πάτωμα παγωμένη..Έκαιγε ένα μπιτόνι τη μέρα ..κι άλλο ένα τη νύχτα.. Έκανα ένα ζεστό ντούζ και έπεσα βιαστικά να κοιμηθώ, σκεπάζοντας μέχρι και το κεφάλι μου μπας και ζεσταθώ με την ανάσα μου, μιας και απο την σόμπα δεν περίμενα οίκτο. Το τηλέφωνο το είχα πέντε πόντους απο το χέρι μου δίπλα, αν χτυπούσε να το άρπαζα στα γρήγορα μην παγώσει το χέρι μου. Η αλήθεια ήταν πως, εκτός που δεν χτύπαγε ποτέ, έξω έκανε λιγώτερο κρύο απο ότι μέσα στο σπίτι. Απο τη μιά έβριζα την ώρα και τη στιγμή που ήρθα Γερμανία, κι απο την άλλη πάλι με παρηγορούσε το γεγονός πως θα έμενα για πάντα νέος, χωρίς να γεράσω ποτέ μου. Πώς να γεράσεις με τόσο κρύο άλλωστε, αφού το κρέας διατηρείται πάντα φρέσκο στην κατάψυξη. Και Ώ! του θαύματος...ντρίννννννννν....χτύπησε το σαχλοκούδουνο.. Ποιός πού***ς τέτοια ώρα, είχε πάει βλέπεις έντεκα και βάλε. Εμπρός; Έλα, Νίκο; εγώ είμαι, ο Μανώλης.. Τι έγινε ρε Μανώλη; στον ύπνο σου με έβλεπες; Ναι! Σώπαινε ρε, ήταν καλό το όνειρο τουλάχιστον; Εφιάλτης.. Λέγε, τι έγινε, ήθελες τίποτε; Νίκο σώσε με.. Έλα κι άσε τα χαζά, τί έπαθες; Με κυνηγάει ο γείτονάς μου να με δείρει..έμπλεξα άσχημα..θα με σκοτώσει.. Γιατί; όλο απορία εγώ και ανησυχία συνάμα. Βλέπεις, δεν είναι που ο Μανώλης είναι "αδερφός" μου, μεγαλώσαμε και μαζί στο χωριό..όσο να 'ναι τον πονούσα πάντοτε και σαν ο "μεγαλύτερος" τον είχα χρεωθεί με 108 εφ όρου ζωής. Μόνον εγώ είχα το δικαίωμα να τον πλακώσω στις κλωτσοπατινάδες..κανείς άλλος θνητός. Τι γιατί..πού να στα λέω.. Αμ, θα μου τα πεις..αρχίνα, τι έκανες ρε μαλάκα; πού έμπλεξες αυτή τη φορά; Είπα κάτι μαλακίες...ξέρεις... Όχι Μανώλη, δεν ξέρω...Τι είδους μαλακίες είπες; Ε..να...είπα.. Για την γυναίκα του μήπως τίποτε; Ναι...πού το κατάλαβες; Επειδή σε ξέρω Μανώλη, απο κεί το κατάλαβα..και τι είπες; Να..ότι...ξέρεις... Ότι την πήδηξες; Ναι...πού το κατάλαβες; Τί του λές τώρα.. Έλα ντε; που το κατάλαβα; και δε μου λές; πού κοκορεύτηκες και τα έμαθε; Σε κάτι φίλους...και κάποιος απ' αυτούς του το είπε.. Πρώτον, αν ήταν φίλοι σου όντως, θα σου λέγανε να το βουλώσεις πριν ακόμη ανοίξεις το στόμα σου, για να σε προστατέψουν απο την ηλιθιότητά σου. Δεύτερον, αν ήταν φίλοι σου, δεν θα το σφυρίζανε στον άντρα της. Και τρίτον; αμολάει την ερώτηση επειδή άργησα να απαντήσω.. Τρίτον ρε μαλάκα δεν έχει, να διαλέγεις καλύτερα τους φίλους σου απλά, και να μη λές μαλακίες για ξένες γυναίκες. Ακόμα και να την πηδούσες, δεν σε τιμάει καθόλου να την ξεμπροστιάζεις μια γυναίκα για να παραστήσεις τον γαμίκουλα και ντεμέκ στους καραγκιόζηδες που συνερίζεσαι. Οι άντρες δεν φαίνονται απο το πόσες πηδάνε, αλά απο τον χαρακτήρα τους. Την προστατεύεις πάντα μια γυναίκα, δεν την ξεφωνίζεις..το κατάλαβες αυτό; Το κατάλαβα αλά..τώρα είναι αργά..την έκανα τη μαλακία μου.. Και τώρα τι θέλεις απο μένα.. Να...άμα μπορούσες...λέω, άμα.. Τι ρε Μανώλη; Να, λέω, αν μπορούσες να έρθεις εδώ και να του μιλήσεις.. Πότε; Τώρα ρε Νίκο...σου λέω θα με σκοτώσει, δεν μπορώ να βγώ απο το σπίτι, την έστησε καραούλι απ' έξω.. Φυλάει σκοπός; Πού θες να ξέρω, μόλις κάνω να ανοίξω την πόστα ανοίγει κι αυτός και αρχινάει τις βρισιές και τις απειλές..πές ρε; θα έρθεις; Πού ρε Μανώλη; τριακόσια χιλιόμετρα νυχτιάτικα με μισό μέτρο χιόνι πάνω στην autobahn; Έλα σιγά σιγά, μην τρέχεις.. Καλά..θα ντυθώ και θα έρθω, κι όποτε φτάσω.. Αν μπορούσε να μου φιλήσει τα πόδια μέσα απο το καλώδιο του τηλεφώνου, θα τα φίλαγε.. Σηκώθηκα όσο πιο βιαστικά μπορούσα, πτώμα απο τη δουλειά, παγωμένος σαν πάπια στην κατάψυξη, νυσταγμένος.. και ντύθηκα, ρίχνοντάς του ότι μπινελίκι μπορείτε να σκεφτείτε εσείς που τα διαβάζετε. Στο δρόμο ένοιωθα πως οδηγούσα σε σεληνιακό τοπίο. Έρημοι δρόμοι, ολομόναχος, να οδηγάω και να μην βλέπω άλλα αυτοκίνητα..Άρχισα να σκέφτομαι, χαζοί είναι οι άνθρωποι με τέτοιο καιρό, να αφήσουν τη ζεστασιά του σπιτιού τους και να πάρουν τους δρόμους σαν τρελοί; Ένας μονάχα μπορεί να είναι τόσο γκαντέμης και να 'χει τον δικό μου τον μαλάκα για ξάδερφο..εγώ! Έφτασα μετά απο πέντε περίπου ώρες σπίτι του..είχε αρχίσει να ψιλοχαράζει αμυδρά.. Με περίμενε ξύπνιος απο αγωνία μη μου συμβεί τίποτε στο δρόμο, είχε και μερικά καλά, μην τον αδικώ κι όλας. Καφέ θέλεις; Μανώλη, καφέ θέλω, αλά πρώτα θα μιλήσω στο γείτονά σου και μετά θα πιω καφέ. Και πές στην Έφη να στρώσει να κοιμηθώ ύστερα, γιατί αισθάνομαι σαν ζόμπι. Έγινε, αλά περίμενε να ξημερώσει..θα κοιμάται και είναι μαλάκας...άξεστος.. Θα δω τι είναι..δε μου λες; πώς τον λένε; Χρήστο... Οκ, και που μένει; Να δίπλα..αυτή η πόρτα.. Οκ, μπές μέσα και άσε με.. Μπήκε και έκλεισε κάνοντας ποιος ξέρει πόσες σκέψεις, μα φανερά ανακουφισμένος απο τον ερχομό μου. Βλέπεις τώρα πια δεν ένοιωθε μόνος, υπήρχα κι εγώ και ήμουν -όπως πάντα- έτοιμος να μπλεχτώ ξανά σε δική του υπόθεση και να κάνω τον μεσολαβητή, για να μην πω ..τον προστάτη του.. Χτύπησα το κουδούνι και περίμενα...σε λίγο ακούστηκε μια γυναικεία φωνή πίσω απο την πόρτα να ρωτάει ποιος είναι.. Ανοίξτε κυρία μου μισό λεπτό, μην τρομάζετε κι όλας, μα είναι ανάγκη να σας μιλήσω τώρα.. Άνοιξε διστακτικά η γυναίκα, και με κοίταξε με δυσπιστία και απορία συνάμα, θέλοντας να μάθει ποιος στο διάολο είμαι -και πολύ φυσικό άλλωστε- και τι στο διάολο θέλω και χτυπάω την πόρτα της τα άγρια χαράματα, κάτι επίσης απολύτως φυσικό. Είναι ο Χρήστος εδώ; την ρώτησα, χρησιμοποιώντας το όνομα του άντρα της να την κάνω να νοιώσει πιο ήρεμη. Ναί, κοιμάται, εδώ είναι.. Σε παρακαλώ, επειδή έρχομαι απο τριακόσια χιλιόμετρα μακρυά, κι έκανα πέντε ώρες ταξίδι μές τη νύχτα και είμαι πτώμα, ξύπνησέ τον σε παρακαλώ πολύ, είναι μεγάλη ανάγκη να του μιλήσω..γίνεται; Και ποιός να του πω πώς τον θέλει; Ο Νίκος πείτε του... Ποιός Νίκος; Σας παρακαλώ, πείτε του να έρθει, δεν με ξέρετε για να σας εξηγώ στην πόρτα και στα όρθια ποιός είμαι..της απάντησα χαμογελώντας υπομονετικά και με σιγανή φωνή. Την άκουγα να φωνάζει σιγανά τον άντρα της να ξυπνήσει.. Χρήστοκάποιος Νίκος σε ζητάει.. Ποιός Νίκος; Ξέρω 'γώ; ένας είναι στην πόρτα και σε θέλει.. Μου 'ρθε με τις πυτζάμες πρησμένος απο τον ύπνο, κοιτώντας με καχύποπτα.. Καλημέρα Χρήστο.. Καλημέρα..ποιός είσαι; Με λένε Νίκο και είμαι ο ξάδερφος του γείτονά σου, του Μανώλη Α! και τι θέλεις; Χρήστο, οδηγούσα πέντε ώρες και δεν έχω κοιμηθεί στάλα, μιάς και σε ξύπνησα, καφέ κάνεις; Καφέ; Ναι, να πιούμε έναν καφέ και να τα πούμε σαν φίλοι; Να πιούμε..Μαίρη κάνε καφέδες..έλα πάμε μέσα να κάτσουμε. Με οδηγούσε στο σαλόνι, μα προτίμησα να πάμε στην κουζίνα αν δεν είχε αντίρρηση μιας και καφέ δίχως τσιγάρο δεν πίνω. Δέχτηκε και κάτσαμε, ανάψαμε τσιγάρο και πιάσαμε συζήτηση να σπάσει ο πάγος, του στυλ, τι διαβολόκαιρος, απο πού ήρθα και έκανα πέντε ώρες, και πόσο χιόνι είχε στο δρόμο, μέχρι να έρθουν οι καφέδες, που δεν άργησαν. Κάθησε και η γυναίκα του μαζί μας και ανάψαμε τσιγάρο. Τότε μπήκα κατ' ευθείαν στο θέμα. Πές μου τι ακριβώς συνέβει και κυνηγάς τον Μανώλη Χρήστο. Δεν σου τα είπε; Μου είπε, αλά θέλω να ακούσω και την δική σου πλευρά. Και μου εξιστόρησε ο άνθρωπος λεπτομερώς τι παίχτηκε, και φρίκαρα. Βλέπεις, ο "μικρός" δεν μου τα είπε και τόσο λεπτομερώς. Δεν αδικούσα καθόλου τον Χρήστο που ήθελε να του τσαλακώσει τα μούτρα, εγώ ή κάποιος άλλος ίσως αντιδρούσαμε χειρότερα. Θα τον σκοτώσω..να λέει με φανερό μίσος ο Χρήστος..θα τον λιώσω..Έβλεπα πως πληγώθηκε ο εγωϊσμός του και ένα παραπάνω, τον πόνεσε το ότι ήταν γείτονες και κάνανε και παρέα. Τι να πω και τι να δικαιολογήσω.. Χρήστο, του είπα με σταθερή και ήρεμη φωνή, τον Μανώλη έχεις κάθε δίκιο να θέλεις να τον πλακώσεις, να τον λιώσεις και ότι άλλο αισθάνεσαι, δίκιο έχεις και δεν στο αρνιέται κανένας. Δεν μπορείς όμως να τον χτυπήσεις Χρήστο. Γιατί; Γιατί υπάρχω εγώ και δεν θα σε αφήσω. Έμεινε να με κοιτάζει, και αυτός και η γυναίκα του. Συνέχισα λοιπόν, συνεχίζοντας να κρατάω επιμελώς τη φωνή μου ήρεμη και φιλική όσο γινόταν. Δεν θα σε αφήσω, γιατί δεν μπορώ να σε αφήσω, έναν τον έχω και δεν μπορώ να δώ κάποιον να τον πειράζει ή να τον χτυπάει, κι εσύ το ίδιο θα έκανες για τον αδερφό σου. Κι εμένα σαν αδερφός μου είναι, κατάλαβέ με. Εγώ σε καταλαβαίνω, εσύ μπορείς να καταλάβεις εμένα όμως; Μπορώ, πίστεψέ με πως μπορώ και θα σου προτείνω κάτι. Τι; με ξανακοίταξε δύσπιστα πάλι.. Αφού θέλεις να ξεσπάσεις και αισθάνεσαι πως με το να τον δείρεις μονάχα θα πάρεις το αίμα σου πίσω, χτύπα εμένα, βάρα με όση δύναμη έχεις, θα κάτσω δίχως να πω λέξη μέχρι να ξεθυμάνεις, αλά αυτόν δεν θα τον πειράξεις, αυτόν θα τον δείρω εγώ. Με κοίταξε δίχως να μιλήσει για μερικά δευτερόλεπτα, και στο τέλος μου είπε.. Πώς να χτυπήσω εσένα, δεν μου έκανες τίποτε.. Ας είναι, σκέψου πως είμαι ο Μανώλης.. Τώρα με γάμησες...με βάρεσες στο φιλότιμο..μπορώ τώρα εγώ να σε χτυπήσω; Να τον συγχωρέσεις μπορείς Χρήστο; εσύ Μαίρη μπορείς; Δεν απάντησε κανείς τους..συνέχισα.. Αν σας ζητήσει και τους δυό συγνώμη, μπορείτε να του δώσετε το χέρι πάλι όπως παλιά και να τον συγχωρήσετε; μετάνοιωσε σαν σκυλί, ντρέπεται για αυτό που έγινε, θέλει να ζητήσει συγνώμη όχι απο φόβο μα γιατί μετάνοιωσε, απλά ντρέπεται να σας δεί στα μάτια, γι αυτό και μου ζήτησε να έρθω να σας μιλήσω εγώ. Μια πόρτα είστε, είναι κρίμα να είστε μαλωμένοι, όλοι κάνουμε λάθη, άλλοι μικρά άλλοι μεγάλα, αλίμονο αν δεν μας τα συγχωρούσαν ποτέ.. Πάλι δεν απάντησαν, μα αισθανόμουν πως τα λόγια μου έπιαναν τόπο σιγά σιγά.. Να του πω να έρθει; πέταξα την σπόντα.. Να του πείς..απάντησαν και οι δύο δειλά.. Σηκώθηκα και πήγα δίπλα. Μανώλη, έλα μαζί μου.. Πού; Στου Χρήστου Τι λές ρε Νίκο; χάζεψες; να γίνει κανένας σαματάς; Σαματάς δεν θα γίνει, θα σκύψεις το κεφάλι και θα ζητήσεις συγνώμη απο τα παιδιά, κι απ' τούς δύο. Δεν μίλησε, μίλησε η Έφη Καλά σου λέει Μανώλη, να πάς, πρέπει Πήγαμε, ο Μανώλης δεν μπορούσε να κοιτάξει κανέναν στα μάτια παρά μόνο εμένα. Ζήτησε συγνώμη απο την Μαίρη, και μετά απο τον Χρήστο, οι οποίοι ευγενικά και με σθένος την δέχτηκαν, προσφέροντάς του το χέρι τους. Ένοιωθα την ατμόσφαιρα αρκετά φορτισμένη συγκινησιακά, κι εγώ ήμουν στα τελευταία μου απο αντοχές για τέτοια, που πρότεινα να το διαλύσουμε να πάω για ύπνο.




15 Μαΐου 2008



2 Αχ, καλέ, ο Σωτήρης..

_Νίκο; πάμε να δούμε την αδερφή μου; μου λέει η Σόνια ένα βράδυ, χρόνια πρίν.. _Γιατί; προχτές δεν πήγαμε; _Στο τηλέφωνο δεν την άκουσα καθόλου καλά.. _Εμ, με τον λυγιστό που πήγε κι έμπλεξε πώς να 'ναι καλά.. _Μη μιλάς έτσι, δεν είναι τέτοιος _Δεν ξέρω τι είναι, αλά βλέπω πως κουνιέται και πως μιλάει.. _Και; _Και μου 'ρχεται αναγούλα _Κόφτο εντάξει; δεν παύει να είναι γαμπρός μου.. _Τότε πάνε μόνη σου, τι με θές εμένα μαζί σου; να μου κουβαλάς σακούλες καμιά ώρα; _Είπα πάμε! ανένδοτη η κυρία.. Ντρίν το κουδούνι, τσούπ στην πόρτα η Σωτηρ...οοοοοο Σωτήρης.. _Καλέ; πως και μας θυμηθήκατε; καιρό είχαμε να σας δούμε.. _Σόνια; αυτός μας δουλεύει, πάμε να φύγουμε, θα τον δείρω.. _Σκάσε..Σωτήρη; είναι καλά η αδερφή μου; _Μέσα είναι, κλαίει..σαν να είπε μέσα είναι πλένει πιάτα, τελείως αναίσθητο το άτομο.. _Γιατί; _Καθήστε να ακούσετε.. Μόνο εγώ έκατσα φυσικά, η Σόνια έτρεξε "μέσα" αφήνοντάς με, με την σινάμενη.. _Και που λές Νίκο μου.. _Περίμενε Σωτήρη να έρθουν οι αδερφές να βγάλουμε άκρη, εσύ όπως πάντα θα με συγχίσεις _Γιατί καλέ; _Άκου που σου λέω.. Και έρχεται μια σχεδόν έτοιμη να λιποθυμήσει Τασούλα, υποβασταζόμενη απο την αδερφή της, κρατώντας κι ένα μαντήλι τεράστιο σαν τραπεζομάντιλο, φυσώντας τη μύτη της αδιάκοπα.. _Τι έπαθες μαρή; γιατί το όλο σκηνικό; _Ααααα...μπουχουυχουχου... _Α! κατάλαβα.. είναι γραφτό μου να συγχυστώ..λέγε ρε Σωτήρη τι έγινε.. _Και που λέτε.. _Εμείς δεν λέμε ακόμα, εσυ θα μας πείς πρώτος.. _Άσε τις εξυπνάδες και άκου... _Ακούω! _Βάζει το κασετόφωνο η Τασούλα, κάτι βλάχικα τέλος πάντων, και ξεσκονίζει το σπίτι.. _Χάθηκε να βάλει κανέναν Μητροκόπανο; _Μητροπάνο τον λένε και άκου.. _Καλά... _Κάποια στιγμή, απο το διπλανό μπαλκόνι ακούμε φωνές..βγαίνει η Τασούλα και τι να δεί.. _Τί ????? _Τον γείτονα..με το σλιπάκι και να τη βρίζει με ότι δεν άκουσε απο τη μάννα της.. _Σώπαινε ρε..και γιατί; _Γιατί τον ενοχλούσε η μουσική και γιατί δεν χώνευε τα βλάχικα.. _Και ποιός τα χωνεύει δηλαδή...αλά δεν ήταν λόγος αυτός να την σκυλοβρίσει, μπορούσε ευγενικά να τις πεί, κυρία μου χαμηλώστε την μουσική λιγάκι γιατί με ενοχλεί.. _Καλέ ναί, αλά πού αυτός..το τι δεν τις είπε ο άξεστος.. _Τι τις είπε ρε Σωτήρη; _Τι; Ρωτάς τί; _Εμ, τι άλλο να ρωτήσω.. _Σκατοβλάχα, γιδοτύρι, μυτζηθρόγαλο, κλείστο μην έρθω σπίτι σου και σε σκίσω, θα σου σπάσω τη μούρη..και χειρότερα ακόμη.. _Δε μου λές...Σωτήρη; εσύ ήσουν εδώ; _Νίκο; ...μου πέταξε με νόημα η Σόνια για να σκάσω, ξέροντας που το πάω, μα την έγραψα κανονικά.. _Ναί, εδώ ήμουνα.. _Και...τι έκανες εσύ Σωτήρη; _Νίκο; ξαναπετάχτηκε η Σόνια..άρχισα να τα παίρνω και μαζί της. _Σόνια; ανταπέδωσα τον χαιρετισμό.. _Τι Νίκο; _Σκάσε και σταμάτα να επαναλαμβάνεις το όνομά μου, ξέρω πως με λένε.. _Λοιπόν Σωτήρη; τι έκανες; δεν μου είπες... _Α! Τι έκανα; _Ναι, για πές; (ρε; λές να φέρθηκε σαν άντρας με πυγμή; ) _Βγαίνω στο μπαλκόνι που λές.. _Ναι; όλο αγωνία εγώ... _Τον κοιτάζω με ένα βλέμμα..μα ένα βλέμμα... _Και μετά ρε Σωτήρη; (πές το ρε πούστη μου και θα με σκάσεις..) _Του λέω.. _Τι;;;;;;;; _"Δεν πέφτω στο επίπεδό σου αλήτη.." _????????? ..ορίστε; _Ναι! αυτό του είπα και μπήκα μέσα, κλείνοντας την μπαλκονόπορτα.. Έμεινα να κοιτάζω σαν χάχας.. _Καλά ρε Σωτήρη; αυτό του είπες όλο κι όλο; Σιγά ρε Σωτήρη, τον πόνεσες, δεν θα κοιμηθεί 3 εβδομάδες ρε συ, πώς μπόρεσες να του το κάνεις αυτό; τόσο σκληρόκαρδος είσαι; _Τι ήθελες, να ξεφτελιστώ κι εγώ σαν κι αυτόν; _Ε, λίγο; _Α παπαπαπα...τι με πέρασες.. _Έλα ντέ, για μια στιγμή σε πέρασα για άντρα.. _Με προσβάλλεις _Εγώ; μόνος σου προσβάλλεσαι. Σου καταβρίζουν τη γυναίκα και εσύ κάνεις την πάπια; καμιά μέρα ρε θα στην πηδήξουν και θα κοιτάζεις δίχως να κάνεις τίποτε για να μην πέσεις στο επίπεδό τους..το επίπεδο σε μάρανε, μαλάκα! _Με βρίζεις κι εσύ τώρα; μην ξεχνάς πως είσαι στο σπίτι μου, απαιτώ να το σεβαστείς. _Μωρέ, το σπίτι το σέβομαι και δεν το βρίζω, εσένα όχι.. Σηκώθηκα και κατευθύνθηκα στο μπαλκόνι.. _Ώχχχχχ..άκουσα να αναστενάζει η Σόνια.. Βγήκα έξω και άρχισα να φωνάζω στον γείτονα να βγεί..αμ δε! _Γείτονα, ρε γείτονα..τίποτε. Με τόσες φωνές, απορώ πως δεν πετάχτηκε πάνω, καλά ρε, το κασετόφωνο πόσο πιο δυνατά το είχε η άλλη; εδώ βγήκε στα μπαλκόνια κόσμος απο τις απέναντι οικοδομές.. Κάποια στιγμή βγήκε μια μαντάμ.. _Τι θέλετε; _Τον άντρα σου _Γιατί; _Αυτός έβρισε λίγο πρίν την κυρία απο εδώ; _Ναί! _Γι αυτό τον θέλω _Να τον κάνετε τί; _Να τον πηδήξω μαντάμ, έχω μέρες να...ξέρετε, και δεν κρατιέμαι.. _Είστε αλήτης _Το ξέρω και έτσι μου αρέσω..οι κύριοι σαν τον άντρα σου δεν μου αρέσουν όμως, που βρίζουν γυναίκες και μετά στέλνουν τη γυναίκα τους να βγάλει το φίδι απο την τρύπα..πές του να βγεί έξω μην σπάσω την πόρτα σας και μπω άτσαλα..Τώρα! Εν τω μεταξύ έβλεπα την κουρτίνα να κουνιέται, ξέροντας πως ο χέστης είναι αυτός που την κουνάει.. Μην τα πολυλογώ, δεν εμφανίστηκε..η γυναίκα του έφαγε κάμποσες κατσάδες απο γειτόνισσες που είχαν δει όλα τα σκηνικά απο πριν, και έμεινε να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με καμιά 10ριά απο δαύτες, ενώ εγώ μπήκα φουρτουνιασμένος μέσα στο σπίτι πάλι..και πιάνοντας τον Σωτήρη απο το γιακά, του είπα.. _Άμα δεν μπορείς να προστατέψεις και να υπερασπιστείς μια γυναίκα, δεν παριστάνεις τον άντρα, την κάνεις με ελαφρά παλιομαλάκα.. Η Σόνια έτρεξε να με ακολουθήσει, και μαζί έτρεξε και η Τασούλα.. _Που πας εσύ μαρή; τις λέει η αδερφή της.. _Φεύγω, έρχομαι μαζί σας...δεν θέλω πια να μείνω άλλο εδώ με έναν που πουλάει μονάχα σε μένα αντριλίκια και σε άλλους τρέμει σαν κότα, αφήνοντάς τους να με εξευτελίζουν.. Αφερίμ..να και μια που ξύπνησε ρε!




12 Μαΐου 2008



1 Οι πτυχιούχοι..

Κάποτε το να έχει κάποιος πτυχίο, ήταν ζωτικής σημασίας. Σήμερα πτυχίο έχει και η "κουτσή Μαρίκα" όπως λένε και στο χωριό μου. Δεν είμαι καθόλου μα καθόλου εναντίων των πτυχίων, το αντίθετο μάλιστα, είμαι εναντίων εκείνων που έχουν πτυχία μα είναι κενοί σαν άνθρωποι. Μοστράρουν και κορδώνονται πίσω απ' αυτά, ξεχνώντας πως είναι ίσοι με όλους τους συνανθρώπους τους. Ξεχνώντας πως, κάποιοι δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί να σπουδάσουν, κάποιοι έπρεπε να ζήσουν οικογένειες δουλεύοντας απο παιδιά, κάποιοι έπαθαν κάτι που τους ανάγκασε να διακόψουν τις σπουδές τους..και ο κατάλογος τέλος δεν έχει. Σηκώνουν λοιπόν περισπούδαστα τη μύτη τους, κοιτάζουν αφ' υψηλού τους άλλους σαν γύφτικα σκεπάρνια, σνομπάρουν με την παραμικρή ευκαιρία τον καθένα που δεν έχει το δικό τους επίπεδο γνώσεων, θεωρώντας τους άλλους όντα αμφιβόλου χρησιμότητας, απορώντας ίσως και για την ύπαρξή τους. Για τα άτομα αυτά λοιπόν και το σατιρικό μου ποιηματάκι, που έγραψα παλιότερα μα τώρα θα το αναρτήσω κι εδώ, και που έχει τίτλο "Τρέχα ρε κόσμε"... "Αφιερωμένο εξαιρετικά.." Τρεχα ρε κόσμε να πάρεις πτυχία φτηνά τα πουλάνε εκεί στην πλατεία πάρτε καφάσια κοφίνια κι ελάτε αυτή είναι τύχη, σας λέω ελάτε τρείς γύφτοι με κάρο, περγαμηνάτοι με βλέμμα κοράκου, γυαλάδα στο μάτι ύφος προφέσορα, λόγο πού βγάζει η τύχη φωνάζουν, πτυχία μοιράζει Ελλα κυρία, πές τι θα δώσεις χαρτί με κορνίζα, και δόκτωρ θα νοιώσεις κι όλο τον κόσμο μετά να φιμώσεις που 'χει η ψυχή σου μαυρίσει απ, τις πτώσεις Εσύ νεαρέ μου, δίχως ταλλέντα που βλάκα σε κράζουν, και με πατέντα πάρε να νοιώσεις λιγάκι μεγάλος θα μετανοιώσεις, αν το πάρει άλλος την άλλη μέρα, γεμίσαν οι στράτες απο κατίνες κι απο γραβάτες στους απτυχίωτους, τις πλάτες γυρίζουν να φάνε δεν έχουν, τα χνώτα ας μυρίζουν Οσοι ξεμείναν χωρίς ένα πτυχίο νοιώσαν πως ζούνε σε φρενοκομείο βλέπαν τσομπάνηδες με παπιγιόνια να γυροφέρνουν κορδωτοί σαν παγώνια δες πως κατάντησαν, στόμφο μεστοί που 'ναι οι γεοτόνοι μας, οι γελαστοί; τα γυφτοτσούκαλα, την είδαν "ινδιάνοι" ρε ένα κολόχαρτο ...δες τι σου κάνει ® Νίκος Ράμμος Κ.




11 Μαΐου 2008



2 Δεν αξίζεις..

'Ομορφη είσαι, πολύ θα έλεγα, στην όψη έχεις πρόσωπο αγγελικό όμορφα μάτια, όμορφο στόμα, όμορφα όλα δένουν σωστά σαν σύνολο μα η ψυχή σου μέσα είναι μαύρη χολή και μίσος σκορπάς τριγύρω δεν αγαπάς κι ούτε αγαπιέσαι μόνο μισείς.. Το όμορφο στόμα σου σαν το ανοίγεις φίδια πετάγονται φαρμακερά κι όταν γράφεις μαύρη είναι η μελάνη σου μαύρη σαν την ψυχή σου αναρωτιέσαι που σε ξέρω.. δεν ξέρω εσένα, μην απορείς και μη φοβάσαι δε θέλω να σε ξέρω.. μα ξέρω την κακία σε όλες τις μορφές της και την αναγνωρίζω όσο καλά κι αν κρύβεται πίσω απο ψεύτικα ονόματα, και αγνά, αθώα μάτια ίσως να 'μαι πιο κακός απο σένα, ίσως, μα δεν θα το μάθεις ποτέ όμως δεν θα βγάλω τη χολή μου σε κάποιον που δεν με πειράζει εκεί διαφέρεις εκεί διαφέρω, ναί, διαφέρουμε πολύ Σηκωμένη αλαζονικά η περηφάνια σου στα ύψη παρασύροντάς σε σε σφάλματα τραγικά Κανένας δεν σε θέλει γι αυτό που είσαι σε θέλουν γι αυτό που δεν είσαι επειδή πάντοτε έμαθες να προσποιείσαι.. Μα η μάσκες φτιάχτηκαν για να πέφτουν κάποτε.. και η δική σου πεσμένη στις λάσπες προσπαθείς απεγνωσμένα να την ξαναφορέσεις μα είναι πολύ αργά οι περισσότεροι πρόλαβαν και είδαν τι έκρυβε.. οι υπόλοιποι θα το δουν στο μέλλον.. γιατί θα σου ξαναπέσει.. θα το δεις, θυμήσου με! Δημοσίευση στο stixoi.info: 16-04-2008






2 Πως το βλέπει κανείς

Πόντιους είσι; Ναί, Πόντιος Άααα...κι απο πού απο την Ελλάδα; Σερραίος Που είν αυτό; Δίπλα στη Ρουμανία Α! Εγώ απο Φλώρινα, έχω γειτόνισσα πόντια Ναί; Βέβαια, χρόνια τώρα Άλλο κακό να μη σας βρει Ά; Είπα, χαίρομαι Γιατί; Έλα ντέ; Έχεις χρόνια στον Καναδά; Ούυυ..πολλά... Πολλά έ; Πόσα; Δεκαπέντε μήνες Σοβαρά; μόνο; Μόνο μαντάμ; ξέρεις τι είναι δεκαπέντε μήνες; Τι; Μισή ζωή Έ, όχι δα Κι όμως, εξαρτάται πως το βλέπει κανείς Εγώ που έχω 36 χρόνια; Α! σας βρήκε..λυπάμαι.. Ποιός; Το κακό που έλεγα πιο πρίν Ποιό κακό, δεν καταλαβαίνω Το ξέρω πως δεν με καταλαβαίνεις, γι αυτό σου λέω...παραέμεινα εδώ..καιρός να φύγω!




10 Μαΐου 2008



2 Όταν ακούω..

Όταν μάθουν κάποιοι ότι είμαι τραγουδιστής, μετά απο λίγο αρχινάν τα χαζά τους.. Όταν λοιπόν ακούω.. Εγώ ρε; .. Εγώ έφαγα τη νύχτα με το κουτάλι Τα λεφτά που έφαγα στη νύχτα αν τα μάζευα θα είχα τη μισή πόλη Και ποιος δεν με γνωρίζει εμένα, πάμε και τώρα σε όποιο μαγαζί θέλεις Οι τραγουδίστριες; γλάστρες μωρέ..φτηνοπουτάνες Οι τραγουδιστές; κουνιστοί, αδερφές Τα μαγαζιά; Κωλάδικα, σκυλάδικα, υπόγες, καταγώγια ..χαμογελάω με κατανόηση περισσή, μα θα σκάσω κι αν δεν απαντήσω.. Αγαπητέ μου συνάνθρωπε, έχεις κάποια κοινά γνωρίσματα με εκείνο το Όν που ονομάζει η επιστήμη "Έλληνα". Σαν Έλληνας λοιπόν, όσα δεν φτάνεις τα κάνεις κρεμαστάρια. Εάν ήξερες την νύχτα τόσο καλά, κι εάν ήσουν "της νύχτας" όπως σου αρέσει να καυχιέσαι, θα ήξερες πως οι "της νύχτας" δεν καυχιούνται πως είναι "της νύχτας", γιατί απλά "ΕΙΝΑΙ". Το ότι έφαγες περιουσίες στη νύχτα, δεν σε τιμά καθόλου, οπότε καλύτερα να μην το λες. Το ότι σε γνωρίζουν σε όποιο μαγαζί κι αν πας, δεν είναι τίτλος τιμής, και δεν είσαι ο μόνος. Οι ιδιοκτήτες και οι εργαζόμενοι άλλωστε στη νύχτα, έχουν απλά, πολύ καλή μνήμη. Γλάστρες λες τις τραγουδίστριες και φτηνοπουτάνες, όμως σπαταλάς περιουσίες για μία και μόνο απ' αυτές, άρα δεν είναι καθόλου φτηνές. Αδερφές και κουνιστούς λες εμάς τους τραγουδιστές, όλους δίχως εξαίρεση, μα όταν μας κοιτάζει λάγνα η δικιά σου την ώρα που πλησιάζουμε στο τραπέζι σου και μας πετάει λουλούδια, σε ζώνουνε τα φίδια, σε καταλαμβάνουν ανασφάλειες, σε τρώει η ζήλια, βιάζεσαι να την πάρεις να φύγετε.. Βλέπεις, τόσα χρόνια κι εμείς "στη νύχτα" κοντεύουμε να κάνουμε διδακτορικό ψυχαναλυτή με σας που έχουμε μπλέξει. Σας καταλαβαίνουμε λοιπόν πως αισθάνεστε..το νοιώθουμε, διαβάζουμε την αγωνία στο πρόσωπό σας και γελάμε με τα αυλάκια ιδρώτα που κυλάν στην αστεία σας φάτσα, και πολλές φορές σας "παίζουμε στα δάχτυλα" με θράσος που σας αξίζει, να σας κάνουμε να πρασινίσετε απο ζήλια..κι άλλες φορές σας αγνοούμε επιδεικτικά, και τότε σκάτε ακόμα πιο πολύ..Να γίνω πιο σκληρός; Φοβάσαι τους τραγουδιστές που είμαστε "αδερφές (?) "...φιλάρα; Γιατί δεν αφήνεις την δικιά σου λοιπόν ένα βράδυ να κοιμηθεί στο κρεββάτι μαζί μου να κάνουμε ένα ...λεσβιακό; Θα σου πει την άλλη μέρα πόσο αδερφή ήταν ο τραγουδιστής..άντε ντε; Κάνε το πείραμα, και θα πεισθείς, άλλωστε η Θεία Όλγα ξέρει. Προσωπικά, σε συμβουλεύω: Αστο καλύτερα, θα πικραθείς..! Δεν θέλω να συνεχίσω να λέω κι άλλα, αν και θα μπορούσα να γράφω σελίδες... το ξέρω, γιατί με ξέρω...μα το μόνο που βγάζεις πάντοτε, είναι η πικρία απο μέσα σου, και τίποτε άλλο. Μια πικρία συσσωρευμένη όλα αυτά τα χρόνια, απο στόματα μεθυσμένα, απο μυαλά στεγνωμένα, απο ανθρώπους αγροίκους, άξεστους, εφετζήδες, νεόπλουτους... Ανθρώπους που δεν έμαθαν ποτέ να εκτιμούν τον μόχθο του άλλου για την επιβίωση, τους κόπους του, και το ότι επιτελεί λειτούργημα συν τοις άλλοις.. Που δεν κοίταξαν ποτέ πίσω απο την χαμογελαστή μάσκα του καλλιτέχνη, να δουν την χαρά, τον πόνο ή την λύπη του.. Και μιλάνε μετά οι τυφλοί, πως "τα είδαν όλα;".. Κρίμα...
"και λεγόμαστε άνθρωποι.. με μυαλό και αισθήματα.. και λεγόμαστε άνθρωποι.. με μυαλό και καρδιά.." (Κ. Χατζής)




09 Μαΐου 2008



4 Θυμάμαι..

Μερικοί θυμούνται και αναπολούν με νοσταλγία τα παιδικά τους χρόνια.. Εγώ όχι! Και τι δεν θα έδιναν λένε, να ξαναγίνουν παιδιά, έστω για λίγο.. Εγώ όχι! Τα ομορφότερα χρόνια της ζωής τους, ήταν τα παιδικά, τα πέρασαν ανέμελα, όμορφα.. Εγώ όχι! Λυπούνται που πλέον μεγάλωσαν, ή που έχουν γκρίζα μαλλιά.. Εγώ όχι! Θυμάμαι σαν παιδί, να με ξυπνάνε άγρια χαράματα να πάω στα χωράφια.. Θυμάμαι να ζώνομαι εγώ το αλέτρι, γιατί ο γάιδαρός μας δεν άντεχε πλέον.. Θυμάμαι να είμαι ο εργάτης για κάθε δουλειά, όσο βαριά κι αν ήταν.. Θυμάμαι που κανείς δεν ενδιαφερόταν για την ηλικία μου όταν κουβαλούσα πέτρες.. Θυμάμαι τα άλλα παιδιά, που παίζαν στην πλατεία ανέμελα, κι εγώ πότιζα χωράφια.. Θυμάμαι τους γονείς στο σχολείο, να τα καμαρώνουν, μα κανένας για μένα.. Θυμάμαι μάλωναν αδέρφια μεταξύ τους, κι εγώ δεν είχα αδερφό, έστω.. να μαλώνουμε.. Χαίρομαι που πέρασαν τα χρόνια εκείνα.. Χαίρομαι που δεν είμαι πια παιδί.. Χαίρομαι που έγιναν γκρίζα τα μαλλιά μου.. Χαίρομαι που δεν ξαναγυρνάνε εκείνα τα βιώματα ποτέ ξανά.. ..Αλήθεια σου λέω, χαίρομαι που γερνάω..χαίρομαι που πέρασαν ανεπιστρεπτί.. λυπάμαι πολύ, μονάχα ..όταν τα θυμάμαι..




03 Μαΐου 2008



5 Το ...ξενοδοχείο

Ο ταξιτζής έφερνε γύρες φιλότιμα στα σοκάκια της Αθήνας, με υπομονή που με παραξένευε τα μάλα μεν, αλά..την Ακρόπολη την είδα τέσσερις φορές..παρατηρητικότητα που την έχω έ; Ψάχναμε για χοτέλι να μείνω ένα βράδυ, και το πρωί να πάρω το αεροπλάνο για Γερμανία ξανά. Όλα γεμάτα, φίσκα, διότι είχε λέει έναν αγώνα μότο κρός κάπου δίπλα, και ήρθε πάρα πολύς κόσμος να τον δει. Με τόσα εκατομμύρια κόσμου, φυσικά και δεν έμεινε κρεββάτι αδειανό. Μερικοί μείνανε σε περιστερώνες, παγκάκια, εκκλησίες, βουνοπλαγιές, σε αμπάζωτες ακόμη ρεματιές κλπ. Αμ, έλα που είμαι τυχερός πάντοτε..βρέθηκε ένα δωμάτιο εντελώς άδειο..θαύμα θα έγινε.. Κατέβηκα απο το ταξί, πλήρωσα στη ρεσεψιόν, και πήρα τα κλειδιά.."επιτέλους θα κλείσω τα ματάκια μου και θα τεντώσω τα κοκαλάκια μου" σκεύτηκα. Μπαίνω στο δωμάτιο και τρώω την πρώτη κλωτσιά απο μουλάρι στη βουβωνική χώρα..για όσους δεν την ξέρουνε, πέφτει δίπλα στα Ιεροσόλυμα. Το μπαλκόνι ήταν μανταλωμένο σαν επτασφράγιστο μυστικό. Αλυσίδες απο οχτώ μεριές στέριωναν τα ρολά που κάποτε ήταν παντζούρια, μα τώρα μοιάζανε σαν της φυλακής τα κάγκελα.. Ά! ρε Ρωχάμη, ατελείωτε.. Η τηλεόραση...η τηλεόραση λέω...πουν' τη ρε μαλάκες η τιβί; δεν έχετε τηλεόραση; Ούτε αιρκοντίσιον καλοκαιριάτικα; και τι έχει εδώ μέσα γαμώ το αχούρι σας; για να δω; ...ΤΗΛΕΦΩΝΟ..ε, δεν το πιστεύω..λειτουργεί; κάτσε να..κι όμως..ναι! και; Χέστηκα, τιβί δεν έχει.. Και τώρα; χωρίς μπαλκόνι, αιρκοντίσιον και τηλεόραση; ξενέρωσα λαέ..ας πάω σκεύτηκα στο σαλόνι να φάω ή να πιω έστω κάτι μέχρι να νυστάξω.. Στη Ρεσεψιόν μία φιλικότατη σαν κόμπρα μαντάμ, αγέλαστη, με ένα βλέμμα νυσταγμένο, ύφος τσαμπουκά γεμάτο βαρεμάρα. Ξενέρα σκέτη η απο τέτοια. Οι καφέδες ...ντάξ...μαύρη είν' η νύχτα στα βουνά..δε βαριέσαι, όμως με τόσα λεφτά έπινα και στο Χίλτον που 'χει τιβί και μπαλκόνια. Ήπια 2-3, και κάποια στιγμή, παρ' όλους τους καφέδες, τα μάτια μου βάρυναν, πήγε και 11 το βράδυ, κι είπα να πάρω τον ανήφορο. Ζζζζζζζζιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιγκκκκκκκκκκκκκκκκκκκκκ........ΤΙ ΠΟΙΟΣ ΠΟΥ ρε παιδιά;;; Πετάχτηκα πάνω έντρομος..ανοίγω την πόρτα και βλέπω 4 μπουνταλάδες να σούρνουν έναν γυμνό σκελετό απο κρεβάτι στο διάδρομο, και την μαντάμ να τους καθοδηγεί φωναχτά, λες και δεν έτρεχε τίποτε... _Τι κάνετε κει ορέ κλεφτόπουλα; τόσο βαρύ είναι και το σέρνετε το κακόμοιρο μεσανυχτιάτικα στο διάδρομο; _Πέντε λεπτά κύριε και τελειώσαμε, τι φωνάζετε; _Τι να το κάνω μαντάμ που θα τελειώσετε εσείς σε πέντε λεπτά; εμένα μου τέλειωσε ο ύπνος σε πέντε δεύτερα με τις μαλακίες σας.. _Ξανακοιμηθείτε.. _Σοβαρά; θα έρθετε μήπως να με νανουρίσετε μαντάμ; ..είμαι κάπως δύσκολος στον ύπνο ξέρετε.. _θέλετε και νανούρισμα; _Αμέ; και παραμυθάκια θέλω, θέλω και βυζί, αμ' πώς, τι νομίσατε... _Με δουλεύετε; _Εγώ άρχισα; Έμεινε να με κοιτάζει... Εκείνη τη στιγμή πέρασε απο δίπλα μου ένας παππούς με την εγγόνα του, μια ξανθιά πιτσιρίκα.. Γειά σας κύριε Σάκη, πως είστε..η μαντάμ όλο φιδίσιο χαμόγελο.. Και κοιτώντας εμένα, μου πέταξε ένα κρύο "Καληνύχτα ΣΑΣ", ενώ ο γνωστός της "κύριος Σάκης" μπήκε στο ακριβώς διπλανό δωμάτιο απο το δικό μου. _πιάστε ρε σεις το κρεβάτι στα χέρια και σταματήστε το σούρσιμο....και έκλεισα κατασυγχισμένος την πόρτα. Άντε τώρα να ξανακοιμηθώ. Μέτρα τώρα μαλάκα Νίκο προβατάκια, Αθήνα μου ήθελες...παπάρα! Νά 'ναι καλά τα προβατάκια.. "Μή Σάκη, μη.." κραυγές αγωνίας, μαζί με τρίξιμο κρεβατιού..και η άλλη να σκούζει "μη Σάκη.." Τι έγινε ρε παιδιά; τοίχους δεν έχει αυτό το ρημάδι; αυτοί λές και πηδιούνται δίπλα μου.. Κοιτάζω το ρολόι..1:15..καλά ρε πούστη Σάκη, εγώ τι σου φτάιω; τώρα σου σηκώθηκε; δεν περίμενες 3-4 ώρες ακόμη; Θα σταματήσει όπου να 'ναι, που θα πάει ..ο Σάκης μας. Και τα "μη Σάκη σταματημό δεν είχαν.. " ΓΙΑ ΜΙΣΟ ΛΕΠΤΟ ΡΕ!!! ΤΗΝ ΕΓΓΟΝΗ ΤΟΥ ΠΗΔΑΕΙ Ο ΑΛΗΤΗΣ Ο ΠΑΠΠΟΥΣ; ηηηηη...μήηηηπωςςςς...λέω εγώ ο πτωχός τω πνεύματι τώρα...δεν είναι εγγονή του; έ; και τότε τί είναι...αυτός 80βάλε κι αυτή 20βγάλε; ..αχά! μάλιστα..αχά, αχά! Βιζιτού η μικρή; Τηλεφωνάω με το τηλέφωνο που λειτουργούσε στην Ρεσεψιόν.. _Παρακαλώ.. _Όταν μου μιλάς, να βγάζεις πρώτον τη μαστίχα απ' το στόμα σου.. _Μα τι θέλετε κύριε; _Πές μου κάτι, γιατί θα σκάσω.. _Πείτε μου _Μαζί με το δωμάτιο, στον κύριο Σάκη, του κάνετε δώρο και χαπάκια Βιάγκρα; _Τι λέτε κύριε, τι Βιάγκρα δώρο, δεν σας καταλαβαίνω.. _Πώς εξηγείς τότε ρε κοπέλα μου ότι ο παππούς δίπλα, πηδάει εδώ και 1 ώρα κι εγώ που 'μαι 40 δεν πηδάω πάνω απο 20 λεπτά; δουλευόμαστε; ή θα με κάνει κομπλεξικό ένας κολόγερος; Και επι τέλους μόνωση δεν έχει το κολόσπιτο; έγινα "αυτάκιας" δίχως να το θέλω.. _Καληνύχτα σας κύριε.."Κλίκ" _Κακή σου και ανάποδη.."Κράκ"...oops..έσπασε...καλά, ψεύτικα τελείως μιλάμε, έ; Τα "μή Σάκη" όμως σταματημό δεν είχανε.......έ όχι ρε πούστηδες, πλήρωσα να κοιμηθώ...ΤΕΛΟΣ! Δίνω 2-3 μπουνιές στον τοίχο, και φωνάζω του Σάκη.. _"Σάκη φιλάρα; ή τελειώνει η συμφωνική σε πέντε λεπτά, ή έρχομαι απο δίπλα και σας πηδάω και τους δύο, ..είμαι και γείτονάς σου και γνωρίζω τη γυναίκα σου..." Μούγκα στη στρούγκα.. Ηθικόν δίδαγμα: Αποφεύγετε τα φτηνά ξενοδοχεία..εκτός κι αν...χμ! χμ!




Next Next Next