12 Ιουνίου 2008



2 Δεν μπόρεσες, όχι..

Δε λέω, ήμουν απο μικρός καμακερό φίδι. Δεν μου γλύτωνε κοπέλα άν το έβαζα αμανάτι να τις κάνω καμάκι. Οι φίλοι μου πάντοτε με είχαν για αρχηγό όταν βγαίναμε έξω βόλτα, ήξεραν πως απο το πουθενά θα μάζευα κορίτσια στην παρέα. Έτσι με τα μυαλά αυτά, έφτασα και στην ηλικία των δεκαεφτά. Ήταν τότε που πήγα στο στρατό, έχοντας βγάλει την Σ.Μ.Υ. στα Τρίκαλα στα δυό στενά. Βρεθήκαμε στην Αθήνα άξαφνα για κάποιες εκπαιδεύσεις. Μια άχαρη πόλη, μουντή, αφιλόξενη και που είχε τα πάντα. Εμείς, οι περισσότεροι χωριατόπαιδα, άβγαλτα και με τα μυαλά σαν ζελέδες, χαθήκαμε απο την πρώτη κι όλας ημέρα στην ζούγκλα της. Λίγοι ήταν στο στοιχείο τους μιας και κατάγονταν είτε απο Αθήνα είτε απο τριγύρω και τους ήταν οικεία όλα αυτά. Βρεθήκαμε στην πλατεία Ομονοίας, που μέχρι τότε την είχαμε μόνο ακουστά. Να που την βλέπαμε κι όλας. Μπροστά μας ένα ξενοδοχείο, το "Ομόνοια", με καφετερία και εξώστη στον πρώτο όροφο. Χαρά στα μπατζάκια μας..κοίταξα τους υπόλοιπους της παρέας, που ανεβαίνανε τις σκάλες τρέχοντας, μα, με τέτοια ..ομόνοια..που έπαθα αγαλλίαση! Νίκο; έκανε με το που καθήσαμε ο Γιάννης ο Θρακιώτης. Έλα, τί;.. Βλέπεις τι βλέπω; Πές μου προς τα που κοιτάς να σου πω.. Ευθεία μπροστά μου ρε μαλάκα κοιτάζω... Τότε πώς να δώ τι βλέπεις ρε σαχλαμάρα που καθόμαστε φάτσα αντικριστά; και γύρισα το κεφάλι να δω τι έβλεπε ο γκατζόλης ευθεία μπροστά του..Μου κρεμάστηκε το σαγόνι! Τρείς γκόμενες..αλά μιλάμε "ΟΙ" γκόμενες..με τα πόδια σταυρωτά, και το μίνι ως απάνω, τα μπούτια σε κοινή θέα..βάϊ βάϊ μανάδαμ.. Ρε σύ; ποιός θα πάει να τις μιλήσει; Εγώ δεν πάω πάντως, είπε ο άλλος της παρέας, ο Σάκης απο τη Λαμία..κομπλάρω μάγκες. Θα πάω εγώ, είπε ο Νίκος ο Καβαλιώτης Όχι εγώ, πετάχτηκε ο Χάρης..και σιγά σιγά το ποιός θα πάει, άρχισε να γίνεται πρόβλημα, κοντέψαμε να πλακωθούμε.. Θα θυμάστε την παροιμία, "δυό γάϊδαροι μαλώνανε.." έ; Κάτι τέτοιο πήγαινε να γίνει. Και ως καλός αρχηγός, πήρα την απόφαση να πάει η αφεντιά μου, κάτι που δεν μου αρνήθηκε κανένας γιατί ξέρανε πως ήμουν πολύ δημοκράτης, και θα πέφτανε φιλελεύθερες καρπαζιές. Έκατσα μερικά λεπτά να ζυγίσω την κατάσταση και να καταστρώσω το στρατηγικό μου σχέδιο κρούσης. Σε όλα εκείνα τα λεπτά, οι γκόμενες μας κάνανε να θέλουμε να φουντάρουμε απο το μπαλκόνι κάτω, βγάζοντάς μας γλώσσες, ανοίγοντας περισσότερο του δέοντος τα πόδια τους, σηκώνοντας χυδαία και ναζιάρικα συνάμα τα πανάκια που 'χαν ζωστεί και λοιπά κουφά.. Επιτέλους σηκώθηκα, πήρα το ύφος που σκοτώνει, φόρεσα βλέμμα της κλίμακας Μάρλο Μπράντο, χαμόγελο Άλαν Ντάλον, περπατησιά Φιδι Πήδη, και τις πλησίασα. Κορίτσια να καθίσω μαζί σας για μια στιγμή; Κάθισε αγόρι..μου κάνει εκείνη που μου άρεσε απο την αρχή..μαλάκας ήμουν να μην σκοτωθώ να κάτσω στο πίτς φιτίλι; Κάτι όμως άρχισε να αιωρείται εις τον αήρ..μια αίσθηση πως τρώω δούλεμα του κερατά..μα ήρθα να κάτσω και αφού έκατσα, τώρα πιά δεν με κουνάει ούτε ο κερατάς ο ίδιος. Ξανακοιτάω τα κορίτσια, τα μάτια μου όμως, λόγω αφάνταστης κούρασης φυσικά κατόπιν ύπνου επι δύο μερόνυχτα χωρίς διακοπή, δεν μπορούσαν να μείνουν για πολύ στα πρόσωπά τους. Όλο κατέβαιναν και στο τέλος πάντα κατέληγα να κάνω μπανιστήρι τα μπούτια τους. Όλως περιέργως, δεν ενοχλούνταν καθόλου απο την κούραση των ματιών μου, αντιθέτως με παρότρυναν να τα ξεκουράσω περισσότερο, ρωτώντας με "σου αρέσουν τα πόδια μας;" Μμμμμμα τι μμμμαααλακισμένες ερωτήσεις είναι δαύτες ρε κορίτσια..είναι δυνατόν να έλεγα γιόκ; Πώς σε λένε; Νίκο, απάντησα δίχως να τραυλίσω αυτή τη φορά..εσάς; Εμένα Λουκία, η φίλη μου απο δώ είναι η Ζωζέτ, και απο εδώ η Λόλα.. Ασυνήθιστα ονόματα έχετε ρε κορίτσια..Λουκία, Ζωζέτ, Λόλα..ειδικά το Λόλα μου θυμίζει κάπως δημοτικό, "Λόλα να ένα μήλο.." Χα χα χα! γελάσανε τα ..κορίτσια, μα το γέλιο δεν μου έκατσε καλά στα καλλιτεχνικά -απο τότε- ωτία μου, σαν κάπως μαρσαριστό να μου ακούστηκε. Κάτι δεν μου κόλλαγε..έπειτα παρατηρώντας καλύτερα, έβλεπα το μήλο του Αδάμ να προεξέχει, όπως δεν προεξείχε ούτε στον ίδιο τον Αδάμ, όταν τό κατάπιε ο μαλάκας και τού 'κατσε στο λαιμό σαν άκουσε άξαφνα, εκεί που μάσαγε, την φωνή του Πλάστη να τον φωνάζει άγαρμπα.. Τα χέρια έπειτα, δεν πολυμοιάζαν γυναικεία.. Ρε γαμώτο..λές να; Αμ ναί..κι όμως ναί.. Μαλάκα καμακερέ, είπα μέσα μου, βρές τώρα τρόπο να την κάνεις με ...τρόπο, γιατί θα γελάνε μαζί σου οι ντουνιάδες, οι μαχαλάδες και τα μισά χωριά της Μακεδονίας. Ο Νικόλας ο καμακερός, δεν κατάλαβε ότι μιλάει τόση ώρα με τρείς τραβεστί. Πάω να πάρω κάτι απο το τραπέζι μου κορίτσια, είπα, μα με τέτοια αδεξιότητα, που μέχρι και ο περιπτεράς απο απέναντι με κατάλαβε ότι έλεγα ψέματα. Σηκώθηκα και πήγα στην ανυποψίαστη παρέα που περίμενε με αγωνία τον μέγα στρατηλάτη τον κατακτητή, να γυρίσει απο το μέτωπο νικητής. Μαλάκες, πληρώστε να φύγουμε.. Γιατί ρε; τι έγινε; όλο περιέργεια οι κοτσομπόληδες.. Γιατί δεν είναι γυναίκες ρε όρνια.. Τι είναι ρε; Οι τρεις Μήτσοι..ρε πάμε να φύγουμε σας λέω.. Φαντάζεστε ρε; λέει στις σκάλες ο γκατζόλης, να πάς με καμία απο τέτοια, και μόλις πάς να τις βάλεις χέρι, αντί για μουνί να πιάσεις κανένα τυμπανόξυλο; Ω! χαρά.. Τον κοίταξα και του 'πα, "μαλάκα, το λιγώτερο είναι το να πιάσεις το τυμπανόξυλο, να μη στο χώσει πουθενά κοίτα μονάχα..εκεί να δείς Ω! χαρά.. που θα κάνεις" Γελώντας φτάσαμε στο στρατόπεδο, πάνω στο Διόνυσο, στη Ραπεντώσα. Ένα έρημο κατά τα άλλα στρατόπεδο, δίχως στρατιώτες μέσα, εκτός εμάς, δίχως νερό, δίχως μάγειρα, δίχως φώς..μονάχα κρεβάτια και γυμναστήριο, τίποτε άλλο. Μας τελείωσαν τα λίγα χρήματα που είχαμε σε λίγες μέρες, οπότε άρχισε η πείνα να θερίζει.. Οι Αθηναίοι, κι όσοι είχαν κάποιον συγγενή, έμεναν σπίτια τους..οι υπόλοιποι τιμωρία, στο ερειπωμένο στρατόπεδο, να προσπαθούμε να ξεχάσουμε την πείνα μας, με το να συζητάμε και να γελάμε με τα παθήματα της ημέρας.. Αδερφέ μου και συνάδερφε.. μαζί περάσαμε κακουχίες πάνω στα βουνά, μαζί περάσαμε καψώνια, μαζί κλάψαμε, μαζί γελάσαμε.. τώρα που είσαι στον τόπο σου και στο σπίτι σου, μαζί με τα αγαπημένα σου πρόσωπα, ξέχασες τους συντρόφους σου.. Ξέχασες πως κάποιοι συνάδελφοί σου κοιμούνται σε ένα έρημο στρατόπεδο.. ξέχασες πως δεν έχουν κανέναν δικό τους σ' αυτή την πόλη, κανέναν εκτός εσένα.. κι εσύ δεν είσαι πουθενά.. δεν σκέφτηκες κάν, ένα κομμάτι ψωμί να τους φέρεις, έστω.. δεν είπες σε κανέναν, ακόμη και στον κολλητό σου που τόσες φορές σου αγόραζε τσιγάρα όταν δεν είχες, ..δεν του είπες..ρε αδερφέ; έλα να σε πάω σπίτι μου, έλα να γνωρίσεις τους δικούς μου, έλα να φάς ένα πιάτο μαγειρεμένο φαγητό, έλα αδερφέ μου να κάνεις ένα μπάνιο σαν άνθρωπος.. κι ύστερα ξεπροβόδισέ τον πάλι να πάει πίσω, στο στρατόπεδο... όχι αδερφέ μου, όχι, δεν κάλεσες κανέναν.. γι αυτό, μετά δυό μήνες που θα πάμε για εκπαίδευση στα δικά μου μέρη, τότε θα πεινάσεις εσύ, τότε θα νοιώσεις, ότι σου λέω τώρα.. τότε θα με κοιτάξεις κι εσύ στα μάτια, σαν να μου ζητάς ένα κομμάτι ψωμί, όπως εγώ τώρα.. θα με κοιτάς σιωπηλά, και θα μου ζητάς λίγη παρέα, σε μια πόλη άγνωστη και αφιλόξενη για σένα.. θα 'σαι στην δική μου πόλη αδερφέ.. εκεί που συγγενή δεν έχεις, ούτε μάννα, ούτε φίλο.. παρά μονάχα εμένα.. τότε θα μάθεις τι θα πεί "φιλοξενία" "φιλότιμο" "συναδελφωσύνη" γιατί αδερφέ μου..εσύ δεν μπόρεσες... κρίμα, μα, δεν μπόρεσες, όχι..




Print this post



Related Posts :



2 σχόλια:

Spyros Vlahos είπε... Best Blogger Tips

Πέρα απ' αυτό, βρίσκεις και διαμάντια στο στρατό.


MOLEMOU είπε... Best Blogger Tips

TO XEOROTERO PRAGMA NA MHN EXEIS LEFTA STO STRATO-NA EXEIS EKSODO KAI NA KA8ESE MESA-NA BLEPIS TON ALO NA BGENI KA8E MERA KAI SI MESA;DOKSA TO 8EO KALA PERASAME KAI XORIS LEFTA;KAI APO MALAKES DOKSA TON ALAX


Δημοσίευση σχολίου

Πες πως δεν έχεις χρόνο να σχολιάσεις.. να 'χεις πάρει όμως σοβαρό ύφος, καλά;

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Next Next Next