Ήταν μια μέρα μουντή. Κοίταζε έξω από το παράθυρο, παρατηρώντας την βροχή που έπεφτε στο δρόμο και στα τζάμια, σχηματίζοντας μικρά και μεγάλα ρυάκια. Σαν να έκλαιγε ο ουρανός. Τον νανούριζε η βροχή από παιδί.
Σποραδικά έβλεπε διαβάτες να περνάνε με γρήγορα βήματα, άλλοι τρέχοντας, άλλοι με ομπρέλα κι άλλοι δίχως.
"Να βγω η να μη βγω;" Αναρωτήθηκε νωχελικά. "
Και να βγω, να πάω πού; Και με τέτοιον καιρό;" Μετάνιωσε γρήγορα στη σκέψη να γίνει μούσκεμα και να παγώσει, δίχως να έχει κάπου συγκεκριμένα να πάει.
Άναψε ένα τσιγάρο, και κάθισε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή του. "
Δεν έχω που να πάρει, ούτε διάθεση να γράψω, ούτε καν να διαβάσω οτιδήποτε.."
Κοίταξε ξανά το τσιγάρο..
Και τότε ήρθαν στο νου του ξεχασμένες θύμησες, που το μυαλό προσπαθούσε συνεχώς να ξεχάσει, και που η ψυχή ποτέ δεν έσβηνε.
Θυμήθηκε τις δύσκολες μέρες που πέρασε, μόλις τρία χρόνια πριν, στην ίδια του την πατρίδα.
Θυμήθηκε τότε που δεν είχε ούτε συγγενείς, δίχως δουλειά, δίχως χρήματα, δίχως τσιγάρα..
Που κοιμόταν αρκετά βράδια νηστικός, και που ξύπναγε από την πείνα άγρια χαράματα, ψάχνοντας για κανέναν ώριμο λωτό στο καταχείμωνο, έξω στην αυλή.
Το αγαπούσε πολύ εκείνο το δέντρο. Τον τάϊζε ολόκληρο χειμώνα. Από το βάρος των λωτών, έσπαζαν κάποια κλαδιά του, κι εκείνος, με ευλάβεια θαρρείς, τα σήκωνε και τα έβαζε πάλι πάνω στο δέντρο, στερεώνοντάς τα ανάμεσα στα άλλα γερά κλαδιά.
"
Πατέρα, σε παρακαλώ, τώρα που θα λείπω, μην κόψεις αυτό το δέντρο..σε παρακαλώ πατέρα.."
Κι εκείνος δεν το έκοψε. Κι ας παραπονιόταν συνεχώς, πως του λέρωνε το μονοπάτι στην αυλή με τους ώριμους λωτούς του, όταν έπεφταν από τους κλώνους του σαπίζοντας χάμω. Ήξερε τι σήμαινε γι αυτόν, ήταν το φυλαχτό του, και το κράτησε.
"
Ας είναι πατέρα, ταΐζει και του Θεού τα πουλιά, ας λερώνει.. άστο σε παρακαλώ.."
Ναι, το άφησε.
Θυμήθηκε που έβγαινε νύχτα και μάζευε πεταμένα αποτσίγαρα, μέσα στο σκοτάδι, σαν σκιά, για να μην τον δει κανείς. Θυμήθηκε την λαχτάρα που ένιωθε μέχρι να πάει στο δωματιάκι του, να ανάψει το πρώτο, το πιο μεγάλο που θα έβρισκε..
Έλεγε τότε, "δεν θα ξανακαπνίσω ποτέ ολόκληρο τσιγάρο ως το φίλτρο, θα το αφήνω τουλάχιστον μισό, ίσως για κάποιον που θα 'χει ξεμείνει, όπως κι εγώ τώρα.."
Όλο του το είναι άξαφνα, βρισκόταν ξανά πίσω, ζώντας και πάλι υποσυνείδητα εκείνες τις ημέρες της ανέχειας, κι ας είχε τα μάτια ανοιχτά. Δεν ήταν εδώ, ήταν μόνος, σ' εκείνο πάλι το μικρό δωματιάκι, δίχως φαγητό, δίχως συγγενείς, δίχως τσιγάρα, προσπαθώντας να μην τρελαθεί από τα τόσα προβλήματα και την αφόρητη ψυχική μοναξιά του.
"
Δύο πράγματα φοβάμαι", έλεγε, "
να μην μου κάνει 'κλίκ' και τρελαθώ, και να μην καταντήσω αλκοολικός".
Τα έτρεμε και τα δύο, και δεν απείχε πολύ, παρά μόνο χιλιοστά από την κατρακύλα. Το ένοιωθε πώς ήταν στο χείλος του γκρεμού, τον φόβιζε αφάνταστα, μα πάλεψε να μείνει όρθιος.
Πήρε μολύβι, μια κόλλα χαρτί, και άρχισε να γράφει, με τα μάτια υγρά..
"
Κουράστηκα πια να χτυπώ
σε πόρτες κλειδωμένες
να με πονάν σαν μου μιλούν
με πλάτες γυρισμένες
να βλέπω γύρω μου σκυφτούς
ανθρώπους, σκυθρωπούς,
κατάντησα να αισθάνομαι
τους συγγενείς μου ..εχθρούς.."
(
Νίκος Ράμμος, 2004-2006)
"Γειά σου,
Εάν βρέθηκες για πρώτη φορά στο Blog μου, και εάν σε ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις μου, μπορείς να εγγραφείς στο RSS feed του Blog. Μπορείς επίσης να κάνοντας εγγραφή στο Newsletter του blog μου, να λαβαίνεις απ ευθείας κάθε μου ανάρτηση στο email σου. Είσαι Twitter user; τότε μπορείς επίσης να με κάνεις Follow στο Twitter.
Σε ευχαριστώ που με διαβάζεις,"