
Αθήνα, καλοκαίρι του 1979.
Έπρεπε να περάσουμε απο την σχολή σωματικής αγωγής, για έναν ολόκληρο μήνα.
Μέναμε επάνω στο Διόνυσο, στη Ραπεντώσσα. Σε ένα παρατημένο παντελώς στρατόπεδο, δίχως στρατιώτες, δίχως νερό, και δίχως τίποτε. Μόνο κτήρια, ένα γυμναστήριο της κακιάς ώρας, και έναν θάλαμο με κρεβάτια όπου κοιμόμασταν, και καμιά εικοσαριά αδέσποτα σκυλιά.
Βέβαια, εκεί μέναμε όλοι όσοι δεν ήμασταν απο Αθήνα ή δεν είχαμε κάποιον δικό μας εκεί. Οι Αθηναίοι, μένανε φυσικά στα σπίτια τους.
Χρήματα μηδέν, είχαμε λίγα όταν πήγαμε, απο ένα μέχρι δυό χιλιάρικα κάποιοι, το πολύ, μα γρήγορα τελείωσαν. Ξελογιάστρα η Αθήνα βλέπεις, και για κάποιον επαρχιώτη, είναι όλα κάτι το καινούργιο γι αυτόν.
Σε λίγο ήρθε η γνωστή μας, η πείνα. Αρχίσαμε να πεινάμε πραγματικά. Ούτε νερό δεν είχαμε. Για να πιούμε η να πλυθούμε, περπατούσαμε περίπου 2 χιλιόμετρα, σε ένα ρυάκι, όπου ευτυχώς έτρεχε μπόλικο νερό ..τότε. Τώρα..δεν έχω ιδέα αν ακόμη υπάρχει.
Απο κάτω, στα 300 μέτρα, είχε ένα κοτοπουλάδικο-εστιατόριο, και -κοίτα να δείς έ;- όλη η μυρωδιά απο τα ψητά κοτόπουλα, σε μάς ερχότανε. Καλά, δεν φύσαγε αγέρας πρός κάποια άλλη μεριά; όλο κατά δώ; Για ποιά αλλαγή κλίματος μου μιλάγανε.. εδώ δεν άλλαζε, ούτε ο αέρας κατεύθυνση.
Σε κοίταγε ο σκύλος με εκείνο το πονεμένο βλέμμα, μπάς και του δώσεις κάτι να φάει, κι εσύ απο μέσα σου έλεγες, "φεύγα σκύλε όσο προφταίνεις, γιατί θα σε φάω καμιά ώρα".
Ευτυχώς δηλαδή, που δεν είχαμε κάποια εύκολη Κινέζικη συνταγή, δεν θα έμενε σκύλος στα πέριξ. Έλα, πλάκα κάνω.. ηρεμήστε οι ζωόφιλοι, κι εγώ ζωόφιλος είμαι.
Μια μέρα, ημέρα Κυριακή, έρχεται όλος χαρά ο Μπάμπης, ένας συνάδελφος λοχίας, και φίλος μου παλιός, απο τα μαθητικά χρόνια στο γυμνάσιο, και μου λέει..
_Νίκο, πήρα επιταγή χίλιες δραχμές απο τους γονείς μου, έλα να σου δανείσω εκατό δραχμές μέχρι να πάρεις κι εσύ επιταγή, και πάμε στην καφετερία του "Φλόκα" να κεράσω φραπέ.
Και μου έδωσε το κατοστάρικο. Το κοίταζα, σαν κανένα κόσμημα.. τόση αξία είχε..
Στην καφετερία που πήγαμε, καθήσαμε έξω. Είχε πολύ κόσμο στα διπλανά τραπέζια κατά μήκος του μαγαζιού. Πρώτη φορά θα έπινα καφέ σε καφετερία στην Αθήνα.
Ο Μπάμπης κάποια στιγμή, σηκώθηκε να πάει στο "προξενείο" της καφετέριας. Την ίδια στιγμή, κοιτώντας δεξιά, είδα μια σκηνή, που, κάθε φορά που την σκέφτομαι, την βλέπω μπροστά μου ολοζώντανη, ξανά και ξανά..
Ήταν ένας γεράκος, που μετά βίας έσερνε τα βήματά του, κρατώντας έναν ταμπλά γεμάτο λαχείς, και που του ήταν σίγουρα βαρύς, αν έκρινα την αδύναμη σιλουέτα του παππού.
Σταματούσε σε κάθε παρέα, κοιτάζοντάς τους με ένα πονεμένο βλέμα, γεμάτο παράκληση, κούραση, απελπισία και απογοήτευση μαζί.. Η φωνή του σχεδόν δεν ακουγόταν, αδύναμη και βραχνή. Προσπάθησα να υπολογίσω την ηλικία του, μα όπως έδειχνε, τον έκανες μέχρι και 80 χρονών.. μην πώ και μεγαλύτερο ακόμη.
Άλλοι του έλεγαν όχι, άλλοι κοίταζαν επιδεικτικά αλλού μέχρι να φύγει, αποφεύγοντας το βλέμα του, άλλοι τον έδιωξαν απο κοντά τους κάνοντας επίδειξη την σκληρότητά τους στις κοπέλες της παρέας τους, χαχανίζοντας κατόπιν όλοι αντάμα, και κ α ν έ ν α ς τους δεν αγόρασε λαχεία. Έστω και ένα, έτσι για δείγμα, να κάνει σεφτέ ρε παιδιά ο παππούς.. Αλήθεια σας λέω, κανένας.
Και σχεδόν όλοι τους, ήταν καλοντυμένοι, δείχνοντας ο καθ' ένας τον πλούτο του με τον τρόπο του, είτε με την μάρκα ρούχων, είτε με το ακριβό παπούτσι, είτε με τα ακριβά τσιγάρα, τα γυαλιά, τα κοσμήματα..
Και κάθε φορά, ο παππούς, έσκυβε αμίλητος το κεφάλι, και έσερνε τα βήματά του αργά και αβέβαια μέχρι το επόμενο τραπέζι, ψιθυρίζοντας, "πάρτε παιδιά ένα λαχείο"..
Μέσα μου έκανα αμέτρητες σκέψεις.
Σίγουρα, θα πολέμησε στα νιάτα του.. ποιός ξέρει σε πόσους πολέμους να βρέθηκε. Και τώρα να είναι αναγκασμένος να πουλάει λαχεία σ' αυτήν την ηλικία.. κρίμα, και ντροπή σε μάς..
Παρακαλούσα μέσα μου, για να μην πώ "έκανα προσευχή" κάθε φορά που σταματούσε, να αγοράσει κάποιος ένα λαχείο, να του κάνει σεφτέ.. Μα πάντα ένιωθα μαζί κι εγώ την ιδια απογοήτευση που ένιωθε και κείνος.. Τον πόνεσε η ψυχή μου, ντράπηκα, βούρκωσαν τα μάτια μου. Μου θύμιζε κάπου τον παππού μου. Φαντάστηκα τον δικό μου παππού στη θέση του, και ένιωσα τη γή να φεύγει κάτω απο τα πόδια μου. Τον λάτρευα τον παππού μου..
Ήρθε μπροστά μου, με κοίταξε κι εμένα.. το περίμενα, όπως περίμενα και τα λόγια του, που επαναλάμβαν κάθε φορά, σε όλους.. Μα δέν τα άκουσα. Μόνο μου χαμογέλασε, μα δεν έβγαλε μηλιά. Καθόταν μπροστά μου και με κοιτούσε χαμογελαστός, με ένα τόσο καλωσυνάτο πρόσωπο, τόσο αγνό βλέμα, που δίχως να σκεφτώ την πείνα που πέρασα, του είπα..
_Παππού, πόσο κάνει ένα λαχείο;
_Εκατό δραχμές, μου είπε..
_Δώσε μου εσύ ένα παππού, όποιο θέλεις..
_Αυτό πάρε παιδί μου ..να, αυτό εδώ να πάρεις, θα είναι τυχερό..
Και έβγαλε και μου έδωσε ένα λαχείο ανάμεσα απο τα τόσα. Θυμάμαι μονάχα πως, ο πρώτος και ο τελευταίος αριθμός, ήταν το 5.
_Παππού, άμα κερδίσω, θα έρθω να σε βρώ, να το ξέρεις.
_Κέρδισε εσυ, και έλα να με βρείς τότε.
_Και που θα σε βρώ παππού; του είπα αστειευόμενος, μιας και δεν πίστευα σε λαχεία και τύχες.
_Παντού, μου είπε, χαμογελαστά πάντα, και γυρνώντας το κεφάλι του, έφυγε, περπατώντας αργά, όπως πάντα.
Τότε έκανε την εμφάνισή του ο Μπάμπης, που φαίνεται, για να μην αγοράσει κι αυτός λαχείο, έμενε μέσα όση ώρα μιλούσα εγώ με τον γέροντα. Ήταν κατσούφης και απότομος, και κάποια στιγμή, αποφάσισε να μιλήσει.
_Δεμου λες ρε Νίκο;
_Έλα Μπάμπη;
_Το κατοστάρικο που σε δάνεισα, μου το δείχνεις να το δώ λίγο..
_Έλα; τι πράγμα;
_Το έχεις ακόμη; πές μου αλήθεια..
_Όχι Μπάμπη, δεν το έχω..
_Αγόρασες λαχείο, έ;
_Ναι ρε συ Μπάμπη, δεν μπόρεσα να πώ όχι στον παππού, συγνώμη, μα αγόρασα λαχείο..
Το τι δεν μου 'σουρε ο Μπάμπης, δεν λέγεται. Ρε παλιομ@λ..., ρε ηλίθιε, καλά ρε κόπανε, σου δίνω δανεικά και τα δίνεις εσυ σε μια στιγμή σε λαχεία; τι θα φάς μέχρι να πάρεις επιταγή;
Του κάκου προσπαθούσα να του δώσω να καταλάβει πως δεν είχα δύναμη να μην το κάνω. Του κάκου προσπαθούσα να τον πείσω να αγοράσει κι αυτός τον ίδιο αριθμό. Τότε ήταν που άκουγα τα περισσότερα φυσικά. Πήγαμε στο στρατόπεδο, μα ο Μπάμπης δεν μου μίλαγε άλλο.
Μεσημέριασε η επόμενη μέρα, και ήρθε απ' έξω ο Μιχάλης ο Κρητικός, που είχε θείο στην Αθήνα. Έφερε μαζί του ένα κέηκ και μια εφημερίδα, την Μακεδονία θυμάμαι.
Ενώ εμείς τρώγαμε σαν λυμασμένα το κομάτι κέηκ που μας έφερε, αυτός ξάπλωσε και άρχισε να ξεφυλλίζει την εφημερίδα, διαβάζοντας ότι έβλεπε φωναχτά, να ακούμε όλοι.
Και κάποια στιγμή λέει, "Λα ϊ κ ό λ α χ ε ί ο".. Πετάχτηκα, το είχα κι όλας ξεχάσει. Το έβγαλα απο την τσέπη μου, το ξετσαλάκωσα και το κοίταζα με μια κρυφή αγωνία.
Ο Μπάμπης μόνο που δεν μου πέταξε καμιά αρβύλα απο τα νεύρα του.
_Ρε συ Μιχάλη, για δές σε τί έληξε; (Τι να του 'λεγα, σάμπως έλπιζα να κερδίσω ποτέ; )
_Σε πέντε.. μου απαντάει
_Ρε συ; έχω λαχείο σε πέντε
_Τότε κάτι ψιλά παίρνεις, δεν ξέρω τι και πώς αλά παίρνεις. Πές μου το νούμερό σου λίγο
_Πέντε, ..., ...., ...., ...., πέντε.
_Χμμμμμ.. Κερδίζεις ογδονταέξι χιλιάδες, και διακόσιες δραχμές"..
_Μιχάλη, άσε τα χαζά, γιατί αν έρθω εκεί, θα σε κεράσω ογδονταέξι χιλιάδες διακόσιες καρπαζιές.
_Γιάντα μωρέ;
_Τι γιάντα ρε Μιχάλη; πλάκες είναι αυτές τώρα;
_Και ποιός σου είπε ρε χαμένε ότι σου κάνω πλάκα;
_Μιχάλη, κόψε τις μ@λ@κίες, σοβαρέψου..
Και τότε έκανε τον επίσημο όρκο του ο Μιχάλης. Σε οτιδήποτε άλλο κι αν ορκιζόταν, δεν τον πιστεύαμε, παρά μόνο αυτόν τον όρκο. Ήταν ο ιερός του όρκος.
_
Να μην γίνω λοκατζής ρε..
Για πότε πετάχτηκα επάνω, του άρπαξα την εφημερίδα, βρήκα τον αριθμό και άρχισα να τον συγκρίνω με του λαχείου το νούμερο, χρόνος ντέ τέ.
Κάθε φορά που το κοίταζα, όλο και λάθος το έβλεπα. Ρε, μου λέγανε οι άλλοι, γκαβός είσαι; που βλέπεις το οχτώ; μηδέν είναι.. Και άντε απο την αρχή, ώσπου πραγματικά πείστηκα κι εγώ και όλοι, πως πράγματι κέρδισα ογδονταέξι χιλιάδες, τώ καιρώ εκείνω.
Ο Μπάμπης ξαφνικά, απο νευριασμένος, έγινε ακόμα πιο κατσούφης. Χαιρόταν για μένα μεν, αλά λυπόταν για κείνον. Θυμόταν το πόσες φορές τον είχα παροτρύνει να πάρει το ίδιο νούμερο, και το τι μου έσουρνε την κάθε φορά, και άρχισε να χτυπιέται σε κάποια φάση και να αυτοφασκελώνεται..
_Μπάμπη; έρχεσαι μαζί μου Αθήνα;
_Πού ρε;
_Πάμε να το εξαργυρώσουμε
Πήγαμε, μα οι τράπεζες κλειστές.. δημόσιο παιδί μου, τι να λέμε τώρα. Βρήκαμε ένα προποτζήδικο. Δέτηκε να μου το εξαργυρώσει, με αντάλλαγμα 200 δραχμές.
Δέχτηκα. Κι ξαφνικά, εκεί που δεν είχα δραχμή πάνω μου, βρέθηκα να έχω τόσα χρήματα, που για κείνα τα χρόνια ήταν ΠΑΡΑ πολλά για έναν έφηβο.
Στον Μπάμπη έδωσα τις έξι χιλιάδες, στρογγυλές όπως ήταν. Χαλάλι του, με δικά του χρήματα το πήρα άλωστε το λαχείο, αν και θα έπρεπε να του αφαιρέσω τα μπινελίκια, μα, τότε δεν θα έπαιρνε μία. Πήγαμε αμέσως στου "Φλόκα", για καφέ δήθεν, μα εμένα άλλος ήταν ο σκοπός μου. Αμ έλα που, ..άφαντος.. Πήγαινα πλέον κάθε μέρα, και καθόμουν με τις ώρες, ελπίζοντας να τον δώ. Ρωτούσα, μα κανένας δεν τον ήξερε.
Στο στρατόπεδο τρώγαμε όλοι καθημερινά κοτόπουλο ψητό, και αναψυκτικά παρακαλώ. Εμείς εκεί, για γυμναστική πήγαμε, μα στο τέλος, με παραπανίσσια κιλά φύγαμε.
Τον παππού όμως, όσο κι αν έψαξα, δεν τον βρήκα ποτέ μου..
"Εάν σε ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις μου, έχε υπ' όψη πως μπορείς να εγγραφείς στο RSS feed του Blog. Μπορείς επίσης να κάνεις εγγραφή με email, λαμβάνοντας απ ευθείας κάθε μου ανάρτηση στα Εισερχόμενά σου, κάνοντας εγγραφή στο Newsletter μου
Σε ευχαριστώ που με διαβάζεις,"
Νικόλας