Θήβα, 1979. Μόνιμος λοχίας ακόμη, υπηρετούσα στην μοίρα νεοσυλλέκτων. Μια μέρα, κοιτώντας την ονομαστική κατάσταση των στρατιωτών που περιμέναμε να καταταγούν, βλέπω μέσα στα ονόματα και ένα πολύ οικείο. Θεόφιλος Κ. απο Θεσσαλονίκη. Ρε; πλάκα έχει, λές να είναι ο κολλητός μου ο Τέο; ο συμμαθητής μου; ο μπράδερ;
Με τον Τέο, για να καταλάβετε, είμασταν αχώριστοι στο γυμνάσιο. Και καθόμασταν πάντα στο ίδιο θρανίο. Πολύ ψηλότερός μου, ψυχάρα και ντροπαλό παιδί, ήσυχο., απο φτωχή οικογένεια, που δούλευαν όλοι σκληρά να μπορέσουν να τον σπουδάσουν. Συνεχώς τον βοηθούσα κρυφά, ειδικά στη χημεία, που δεν την καταλάβαινε με τίποτε ο "στούρνος". _Πάλι ρε Τέο αμόλησες βρωμιούχο μεθάνιο; _Τι λές ρε Νίκο; δεν ξέρω αν πέταξα κάτι τέτοιο, εγώ απλά έκλασα.. Θυμάμαι μια μέρα, που σκυμμένος εγώ πάνω στο θρανίο για να μη φαίνομαι, του έλεγα τι να απαντήσει στον καθηγητή, που του είχε κάνει μια ερώτηση. Αμ, έλα που με μυρίστηκε ο καθηγητής, κι ήρθε κρυφά κι αθόρυβα απο πίσω, δίχως να τον πάρω είδηση -και πώς να τον πάρω είδηση, αφού ήμουν σκυφτός και απασχολημένος με τον Τέο- και μου ρίχνει ο χερχελές μια καρπαζιά στο σβέρκο, που σκοτείνιασε το φώς μου. Πετάχτηκα ξαφνιασμένος πάνω σαν ελατήριο απο την τρομάρα μου, μα πέτυχα, όπως σηκώθηκα άτσαλα, με το κεφάλι μου τον καθηγητή στο σαγόνι και σκοτείνιασε το δικό του φώς μετά. Του σβήσανε όλες οι λάμπες, και..γνωστές σε όλους σας (ελπίζω) οι παρενέργειες τι επέρχεται άμα τρακάρετε με ποντιακό κεφάλι.. που λέτε, τον χάσαμε τον καθηγητή για την υπόλοιπη μέρα. Ζαλιζότανε λέει, και πήγε σπίτι να συνέλθει.. "Ασπιρίνες Χάρρυ..." Έψαχνα τον Θεόφιλο Κ. τρείς ώρες, εκείνη την ημέρα της άφιξής του, μέσα σε εκατοντάδες νεοσύλλεκτους. Να! εδώ ήταν λοχία, να! εκεί θα είναι λοχία, ..άρχισε να μου τη δίνει που δεν μπορούσα να τον βρώ. Όχι τίποτε άλλο, μα να δω αν όντως ήταν αυτός η κανένας άλλος με ίδιο ονοματεπώνυμο, κάτι που θα με λυπούσε όντως. Τον είχα πεθυμίσει βλέπετε.
Κάποια στιγμή, μου λέει ένας δεκανέας, Λοχία, αυτός που ψάχνεις, πρέπει να είναι στο εστιατόριο, τρώνε τέτοια ώρα. Δεν έχασα καιρό, σηκώθηκα, έβαλα τα σκούρα γυαλιά μου, φόρεσα το jockey, και πήγα. Έφτασα στην είσοδο του εστιατορίου, ένα κτίσμα ημικυκλικό με λαμαρίνες, λόγω του ότι το κανονικό εστιατόριο είχε πάθει ζημιές μετά τους σεισμούς στην περιοχή. Κάθησα λοιπόν στην είσοδο, και προσπαθούσα να τον εντοπίσω ώστε μετά, διακριτικά να του πω πως είμαι εδώ, να ξέρει. Πρίν προλάβω να τον δω εγώ, με είδε εκείνος. Πετάγεται στη στιγμή επάνω με φωνές και κάνοντας σαν τρελός, τρέχοντας να με αγκαλιάσει, φωνάζοντας _Πού είσαι ρε μαλάκα...σε ψάχνω τόσες ώρες να σε βρώ γαμώ το κέρατό μου μέσα παλιοσειρά.. ..........................Κόκαλο εγώ!
Έμειναν και όλοι οι υπόλοιποι νεοσύλλεκτοι να κοιτάνε με το στόμα ανοιχτό, και σταματώντας να τρώνε. Ακούστηκαν και κάποιοι ψίθυροι, "σλούρρρππ.." και "να και το γλύψιμο.." και κάτι τέτοια. Με αγκαλιάζει λοιπόν όλος χαρά ο Τέο, μα εγώ ακίνητος, δίχως να δείχνω τη χαρά μου. Τα έκανε μπάχαλο βλέπετε ο κόπανος. Γυρνάω πάνω το κεφάλι να τον δω, είπαμε, με πέρναγε δυο κεφάλια, και του λέω. _Με γνωρίζεις στρατιώτη; _Και βέβαια ρε μαλάκα, σοβαρά μιλάς; _Ποιός είμαι; _Ο Νίκος ο Ράμμος, πλάκα με κάνεις; _Και απο πού με ξέρεις; _Έλα ρε κόψε τις μαλακίες, τρία χρόνια στο ίδιο θρανίο, ψωμί κι αλάτι φάγαμε μαζί, ρωτάς απο πού σε ξέρω; _Τρέχα λοιπόν τώρα γύρω απο το εστιατόριο, για να με ξεχάσεις Έμεινε να με κοιτάζει σαστισμένος, πάγωσε, δεν περίμενε απο μένα τέτοια συμπεριφορά. _Άσε ρε τις μαλακίες, ο Τέο είμαι, δεν με γνώρισες; Θρανίο; Χημεία; έ; _Όχι, και επειδή εγώ είμαι ο λοχίας σου στρατιώτη, τρέχα! Είναι διαταγή. Άρχισε δειλά δειλά να τρέχει, κοιτώντας πίσω χαμογελώντας, και περιμένοντας να του πω "έλα πίσω ρε, πλάκα σου κάνω.." ή κάτι τέτοιο. Αντ' αυτού όμως, εγώ του φώναξα πιο αυστηρά, _Τρέχα είπα, αργείς!! Έκανε έναν γύρο, και ήρθε σταμάτησε μπροστά μου. _Σε είπα να σταματήσεις; _Όχι _Και γιατί σταμάτησες; _Ε....??!!! _Με ξέχασες; _Όχι _Ποιός είμαι; _Ο Νίκος ο Ράμμος _Ωραίος! Συνέχισε τώρα να τρέχεις μέχρι να με ξεχάσεις, γιατί έχεις καλό θυμητικό βλέπω εσυ. Μέσα οι υπόλοιποι, δεν κουνούσαν ούτε τα βλέφαρά τους πλέον απο την τρομάρα τους. Σίγουρα -θα σκέφτονταν- "άμα τον κολλητό του κάνει καψώνια, φαντάσου εμάς τι θα μας κάνει.." Και αυτός ήταν ο σκοπός μου στην ουσία, απλά έπρεπε να το πληρώσει ο καϋμένος ο Τέο.
Ξανάρθε μπρός μου. _Σου είπα να σταματήσεις στρατιώτη; _Όχι _Συνέχισε να τρέχεις, δεν σε είπα σταμάτα.. _Κουράστηκα _Έλληνας στρατιώτης δεν παραδέχεται ποτέ ότι κουράστηκε, είναι ζήτημα περηφάνειας. _Δεν κουράστηκα!! _Ε, τρέχα, τι κάθεσαι; Άρχισε να τρέχει πάλι. Τον άφησα να φέρει ακόμη δύο γύρους, και τον κάλεσα. Ήταν φανερά απογοητευμένος, ντροπιασμένος, πληγωμένος και θυμωμένος όσο δεν πήγαινε άλλο. _Έλα εδώ. Με ξέχασες τώρα; _Ναί!! _Μάλιστα λοχία θα λές _Μάλιστα λοχία. _Ποιός είμαι; _Δεν ξέρω _Δεν ξέρεις ε; _Όχι _Με δουλεύεις ρε παλιοσειρά; Τρία χρόνια στο ίδιο θρανίο, ψωμί κι αλάτι τρώγαμε, και με ξέχασες τόσο γρήγορα; Τρέχα να με θυμηθείς. Άρχισε πάλι να τρέχει, μην ξέροντας πλέον τι να απαντήσει την επόμενη φορά, αφού ότι και να έλεγε, έτρεχε ο δόλιος. Τον σταμάτησα πάλι, βλέποντας πως ήταν πλέον στα πρόθυρα κλονισμού, έτοιμος να κλάψει, και του είπα, _Σταμάτα, και πήγαινε μέσα να φάς το φαγητό σου _Δεν θέλω να φάω, απάντησε με φανερό πείσμα και με τρεμάμενη φωνή _Δεν σε ρώτησα αν θέλεις να φάς, σου είπα πήγαινε να φάς _Δεν πεινάω, συνέχισε την αντίδρασή του, και που φυσικά την περίμενα _Πήγαινε, γιατί θα σε κάνω να φάς με το ζόρι όλο το καζάνι μονάχος σου, και θα ξερνάς ένα μήνα μπακαλιάρο. Πήγε, σου λέει μαλάκας είναι, Πόντιος είναι, μπορεί και να το κάνει, οπότε ας πάω.. _Μόλις φας, να έρθεις στο γραφείο μου αμέσως, του είπα πάλι, και έφυγα, με τύψεις και βαριά καρδιά.
Δεν το είχα σχεδιάσει έτσι. Ήθελα κι εγώ να τον αγκαλιάσω, να του δείξω πόσο χάρηκα κι εγώ που τον έβλεπα, να του πω πως δεν έχει να φοβάται τίποτε, ξέροντας πόσο ευαίσθητος ήταν, γιατί θα είχε εμένα εκεί, τον φίλο του, όπως θα έπρεπε να με θεωρεί και ο κάθε νεοσύλλεκτος, και κοίτα πως εξελίχθηκε η όλη κατάσταση. Άμα όμως άφηνα να εξελιχθεί όπως την έκανε να φαίνεται ο Τέο, και σίγουρα το έκανε απο αφέλεια, το ξέρω, θα γινόταν μπάχαλο μετά. Θα ξεθάρρευαν οι νεοσύλλεκτοι, δεν θα σέβονταν κανέναν και θα τον θεωρούσαν γλύφτη. Βαρύς χαρακτηρισμός για έναν στρατιώτη, και βαριές οι συνέπειες απο τους συναδέλφους του κατόπιν, ενώ έτσι, έσωσα κάποια προσχήματα, βαριά η απόφαση μα, έστω κι έτσι κάτι σώθηκε.
Ήρθε μετά απο λίγο στο γραφείο, μουτρωμένος και κακιασμένος, σκάζοντας περισσότερο που με έβλεπε χαμογελαστό. _Ρε συ, χαμένε; του είπα φιλικά πλέον _Ορίστε λοχία, σοβαρός αυτός.. _Άσε τα "ορίστε λοχία" τώρα που είμαστε οι δυό μας μη φας καμιά αρβύλα, και πές μου, κατάλαβες γιατί έτρεχες; _Κατάλαβα.. _Πάλι καλά, έλα ρε να σε αγκαλιάσω ρε πανύψηλε καμηλοπάρδαλε.. _Ναι; και να με βάλεις μετά πάλι να τρέχω; _Όχι ρε συ, απλά μπροστά σε άλλους να είσαι τυπικός, τίποτε άλλο. Τον έβαλα με τη βοήθεια του φίλου μου δόκιμου στο Κ.Ψ.Μ. Μετά απο 2 χρόνια τον συνάντησα στην Θεσσαλονίκη. Μέσα στα άλλα, μου λέει.. Με έσωσες με το Κ.Ψ.Μ., αγόρασα Autobianchi απο εκεί μέσα, μέχρι και στη μάννα μου έστελνα λεφτά αντί να μου στέλνει..χαλάλι το τρέξιμο που 'ριξα ρε Νικόλα.





























































