Τραγουδούσα κάποια χρόνια στην Θεσσαλονίκη, νέος τότε ακόμη, περίπου 23 χρονών. Είχα καλό όνομα στην "πιάτσα", και με γνώριζε αρκετός κόσμος, που εγώ δεν γνώριζα.
Με κολάκευε για παράδειγμα, όταν έμπαινα σε κάποιο Ταξί, να μου λέει ο οδηγός, "εσύ δεν είσαι ο Νίκος ο Ράμμος; θα σε πάω τζάμπα..".
Δεν άφηνα ποτέ, εννοείται, να με πάει κανένας κάπου τζάμπα, μα και μόνο που με γνώριζε, με κολάκευε.
Μην ξεχνάς πως η Θεσσαλονίκη, έχει πάνω από ενάμισι εκατομμύριο λαό, δεν είναι και λίγο να ξεχωρίζεις, ανάμεσα σε τόσο κόσμο.
Είχα όμως ένα παράπονο μεγάλο..
Οι μόνοι χωριανοί μου που έρχονταν να με δούν, ήταν -σταθερά- όλο κι όλο πέντε άτομα.
Ένα βράδυ, ένας άλλος χωριανός μου, τον οποίο κάποτε φιλοξενούσα στο σπίτι μου για λίγες μέρες, εμφανίστηκε στην είσοδο, την ώρα που ήμουν στην πίστα.
Χάρηκα μόλις τον είδα, μα δεν κράτησε πάνω από δύο δευτερόλεπτα η χαρά μου... μόλις είδε εμένα στην πίστα, γύρισε την πλάτη του και έφυγε.
Εκείνη η σκηνή, ερχόταν ξανά και ξανά στη θύμησή μου, και ακόμη μου έρχεται, ακόμη και τώρα που, έχω ήδη πάρει την εκδίκησή μου, πριν πολλά χρόνια. Ναι, ακόμη με πονάει και με εξοργίζει..
Βρέθηκα λοιπόν ένα βράδυ, μετά απο μερικούς μήνες, στο χωριό μου. Πήγα να δω τους γονείς μου, και εκεί έμαθα απο την μάννα μου, πως, το βράδυ, στην ταβέρνα δίπλα στο σπίτι μου, θα είχαν χορό με ορχήστρα, κανονικά, και πως ήμουν καλεσμένος να τραγουδήσω κι εγώ.
_Μάννα, δεν θα πάω.
_Γιατί να μην πάς, δεν έχεις τραγουδήσει ποτέ σου στο χωριό, να πάς, να σε ακούσουν και οι χωριανοί μας.
_Δεν θέλω να με ακούσουν να τραγουδάω μάννα, άστο, δεν ξέρεις.
_Ε, πές μου να μάθω..
_Δεν θα σου πω, και άλλαξε συζήτηση σε παρακαλώ αν θέλεις.
_Δεν θέλω, θα μου πείς και θα το συζητήσουμε μαζί.
Δεν θέλω να πάω λοιπόν, γιατί κανένας τους δεν καταδέχτηκε τόσα χρόνια να έρθει να με δεί. Γνώριζαν πάντοτε το πού τραγουδάω, είτε απο στόμα σε στόμα, είτε απο τα ραδιόφωνα, είτε τυχαία. Ποτέ κανένας δεν ήρθε όμως. Μάθαινα -τόσο κόσμο γνωρίζω- πως πήγαιναν σε άλλα μαγαζιά, επίτηδες, να μην έρθουν σε εκείνο που τραγουδάω εγώ. Και αν τύχαινε να πάω στο μαγαζί που σύχναζαν, άλλαζαν αμέσως στέκι.. Κάνε μου λοιπόν τη χάρη και μη με πιέζεις, δεν θέλω να πάω να δω τις φάτσες τους, δεν καταδέχομαι ρε μάννα, έχω κι εγώ τον εγωϊσμό μου, σεβάσου τον.
_Γιατί, έχεις και τίποτε άλλο εκτός εγωϊσμό;
_Πάς να με βγάλεις και φταίχτη τώρα;
_Όχι, αλά θα σου έλεγα να πας, και ας μην τραγουδήσεις, μόνο να πάς. Πιές τοποτό σου, κάτσε με τους λίγους φίλους που έχεις, και που σε ζήτησαν απόψε, και μη δίνεις σημασία στους άλλους..
_Εντάξει, θα κάνω αυτό που είπες, τις είπα και βγήκα.
Το βράδυ ήρθε γρήγορα. Εγώ στο μεταξύ, είχα βρεί τα 5-6 καλά μου φιλαράκια, και τα πίναμε, συζητώντας για τα παλιά, τα τωρινά και τα "υστερνά"..
_Πάμε στην ταβέρνα; θα άρχισε το γλέντι.. Είπε ο Κώστας
_Πάμε, τι καθόμαστε, και που 'σαι, Ράμμο; Θα τραγουδήσεις απόψε, αλλοιώς θα γίνει χαμός..
Δεν μίλησα, πληρώσαμε και πήγαμε.
Η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, αλά μας είχαν κρατημένο τραπέζι.
Μόλις μπήκαμε μέσα, άξαφνα σηκώθηκαν -συνενοημένοι ήταν;- σχεδόν όλοι απο τις καρέκλες τους, χτυπώντας τα χέρια τους και φωνάζοντας "Ράμμος-Ράμμος".. Χαμογέλασα, τους χαιρέτησα με μια κίνηση του χεριού, και πήγα κάθησα.
Ήρθαν και με πήραν σηκωτό που λένε απο τη θέση μου.."μην κάθεσαι, θα μας τραγουδήσεις.."
Σηκώθηκα και πήρα το μικρόφωνο, κοίταξα γύρω μου όλους έναν έναν, και είδα ανάμεσά τους και τον βλάχο που ανάφερα στην αρχή, αυτόν που γύρισε την πλάτηκαι έφυγε τότε..
Με έπιασε πάλι ο εγωϊσμός μου, μα είδα ανάμεσά τους και την μάννα μου, που περίμενε με τόση λαχτάρα να με ακούσει, έχοντας ξηλώσει όλα τα λουλούδια απο τον κήπο μας, κρατώντας τα στα χέρια της, περιμένοντας να αρχίσω να τραγουδάω, να μου τα πετάξει.. αχ βρε δόλια μάννα..
"Αγαπητοί συχωριανοί, πρώην συμμαθητές και φίλοι, καλησπέρα σας κατ' αρχάς.
Θεωρώ τιμήμου που μου ζητάτε απόψε να σας τραγουδήσω. Βλέπω όμως ανάμεσά σας κάποιους, που, δεν καταδέχτηκαν ούτε μια φορά να έρθουν να με ακούσουν, όπου κι αν τραγούδησα μέχρι σήμερα. Άτομα με τα οποία κάποτε, φάγαμε ψωμί και αλάτι μαζί. Άτομα που περπατούσαμε χιλιόμετρα καθημερινά παρέα, πηγαίνοντας η γυρνώντας απο το γυμνάσιο με τα πόδια. Άτομα που καθήσαμε στα ίδια θρανία μικροί, άτομα που θεωρούσα αδέρφια μου..μα μου γύρισαν τις πλάτες, επειδή προσπάθησα να κάνω κάτι στη ζωή μου, επειδή προσπάθησα να ξεχωρήσω απο το πλήθος...πολλά τα επειδή..
Είχε δίκιο όποιος είπε, "δεν αγιάζεις στον τόπο σου" πιστέψτε με..οπότε, μη μου ζητάτε να τραγουδήσω απόψε. Θα καθήσω εκεί, μαζί με την παρέα μου, και θα πιώ στην υγειά σας, απολαμβάνοντας το πρόγραμμα μαζί σας. Σας ευχαριστώ και πάλι, καλή σας διασκέδαση.."
_Περίμενε, μην φύγεις σε παρακαλώ, είπε τότε ο Γιάννης, που οργάνωσε την βραδυά, και συνέχισε μιλώντας στο μικρόφωνο. Αγαπητοί συχωριανοί, απόψε πήραμε ένα μάθημα, που το χρειαζόμασταν. Ένα χαστούκι δίχως κακία, μα που εμένα με συγκλόνισε. Αισθάνθηκα ντροπή και είδα πόσο άδικοι είμασταν απέναντι στον Νίκο όλα αυτά τα χρόνια.
Ίσως ήταν ζήλεια, που κάποιος σαν κι εμάς, ξαφνικά άρχισε να ανεβαίνει, ενώ εμείς μέναμε πίσω, αφανείς και στάσιμοι.
Ότι και να ήταν, θέλω απόψε να δείξουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Να σπάσουμε απόψε εμείς την παράδοση, και να πούμε πως, στο δικό μας χωριό, αγιάζει πρώτα ο δικός μας άγιος.
Νίκο Ράμμο, πάρε το μικρόφωνο και τραγούδα, απόψε, αυτή η βραδυά, είναι δική σου..
Απο εκείνη τη βραδυά, άλλαξαν όλοι τους στάση απέναντί μου.
Ήταν μια βραδυά, που ποτέ δεν θα ξεχάσω, ήταν μια βραδυά, που επαναλήφθηκε απο τότε πολλές φορές, και κάθε φορά ήταν και καλύτερη..
Ο μόνος που υπόφερε, ήταν ο κήπος μας, η μάννα μου δεν άφηνε λουλούδι για λουλούδι..