31 Αυγούστου 2008



1 Λος Γκρέκος Τρανσλατόρες

Σταματήστε ορε Έλληνες επιτέλους τον άκρατο και άξαφνο εθνικισμό σας με το τι είναι Ελληνικό και τι όχι.. Σταματήστε να κάνετε μετάφραση σε ότι βρίσκετε στο διάβα σας, αλλάζοντάς του το ξένο όνομα που είχε ως τώρα με κάποιο παραπλήσιο ελληνικό. Μερικές φορές δε λέει, φαντάζει σκέτη μαλακία. Ο γιός μου για παράδειγμα, είναι βαφτισμένος Daniel και όχι με Ελληνικά γράμματα (Ντάνιελ), και πολύ περισσότερο, δεν λέγεται Δανιήλ. Βλέπω με λύπη το πόσο άχαρο φαντάζει το καημένο το όνομα του ΤΕΡΕΝΣ ΚΟΥΪΚ γραμμένο στα Ελληνικά, και μου' ρχεται να κλάψω..ΣΝΙΦ ΡΕ!! Την αγαπώ τη γλώσσα μου, μα μην το παρακάνουμε σαν τον τρελό, και ξεκωλιαστούμε..έλεος! Αφού άλλωστε, σε κάποιες έννοιες, η ακριβής μετάφραση στην Ελληνική, εκτός απο διασκεδαστική και άτοπη, είναι και παντελώς άστοχη (δηλαδή για γέλια) Πώς να πούμε δηλαδή τα Microchip; Μικροπατατάκια; Το Hard Disk το λέμε Σκληρό δίσκο..έχει και μαλακό; και μου ξέφυγε εμένα; ...Ύποπτον! Α! και κάτι ακόμη.. Βρείτε επι τέλους κανέναν της προκοπής να μεταγλωτίζει τις παιδικές σειρές, γιατί ο τύπος που έχετε τόσα χρόνια, προσπαθεί να μάθει τα παιδιά μας να μιλάνε σαν ρομποτάκια εξωγήϊνα. Προσπαθεί επίσης ο παπάρας να μιμηθεί ένα κάρο φωνές μονάχος του, μα τα παιδάκια τον πήρανε χαμπάρι και γελάνε με την πάρτη του.. Αυτά τα λίγα..




27 Αυγούστου 2008



3 πόσο ρε;

Μου έλεγε μια μέρα ένας φίλος μου, "Νικόλα, δεν μπορώ να γράψω, δεν έχω έμπνευση.." Καλέ μου φίλε, ούτε εγώ έχω, κι αν προσέξεις θα δείς πως το διάστημα αυτό έχω λιγοστέψει τις αναρτήσεις μου. Ίσως φταίει το καλοκαίρι, που ξέρεις, πάντως δεν αισθάνομαι ντίπ διάθεση για γράψιμο, λές και στέρεψαν οι ιδέες μου. Πάντως, όταν θα μου ξανάρθει η διάθεση και η όρεξη, σίγουρα θα κάτσω να γράψω πάλι, οπότε μην ανησυχείς, δεν είσαι μόνο εσύ, και να σου πω κάτι; προτιμώ να μη γράψω απολύτως τίποτε για κάποιο διάστημα, απο το να γράφω για να γράφω και μόνο, γεμίζοντας σελίδες δίχως νόημα. Άντε να γράψω και ένα ανέκδοτο που μου είπαν χτές, για όσους δεν το ξέρουν. "Πάνω σε ένα δέντρο, είναι ο λαγός και καπνίζει τσιγαριλίκι. Τον βλέπει απο κάτω μια σαύρα, και σκαρφαλώνει κι εκείνη στο δέντρο απο περιέργεια, να δεί τι κάνει ο λαγός. Τον βλέπει και του λέει με παράπονο.. _ρε συ λαγέ; καλό πράμα; _Πρώτο, απο Ζωνιανά _Για μένα ρε δεν έχει τίποτε; _Έλα πάρε, και της δίνει ένα να καπνίσει.. Φτιάχτηκε η σαύρα, γυάλισαν τα μάτια της, και στο τέλος λέει στον λαγό _Πάω στο ποτάμι να πιώ λίγο νερό και ξανάρχομαι _ΟΚ, απαντάει ατάραχος ο μαστουρωμένος λαγός. Την ώρα που πίνει νερό η σαύρα, να 'σου ξεπροβάλει απο το ποτάμι ένας κροκόδειλος, που μόλις είδε τα μάτια της σαύρας να γυαλίζουν παράξενα, αμέσως κατάλαβε τον λόγο.. _Ρε σαύρα; κάτι καλό κάπνισες, για μάς τίποτε; _Αμέ; έχει ο λαγός πάνω σε κείνο το δέντρο Δίχως να χάσει χρόνο ο κροκόδειλος τραβάει κατά κεί, και φτάνοντας απο κάτω φωνάζει.. _Λαγέ!! ήρθα.. Και τότε, κατατρομαγμένος ο λαγός, φωνάζει απο πάνω.. _Όχι ρε πούστη μου!! καλά ρε μαλακω...πόσο νερό ήπιες;"







Δώσε κάποιο link

Έχεις κάποιο link που θέλεις να μοιραστείς μαζί μας; Κάντο εδώ. Μόνο προσοχή: Τον τίτλο (περιγραφή) του blog σας, γράψτε το με Λατινικούς χαρακτήρες, αλλιώς θα τα δείχνει Κινέζικα.

"Φίλε αναγνώστη, φίλη αναγνώστρια, Εάν σε ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις μου, έχε υπ' όψη πως μπορείς να εγγραφείς στο RSS feed του Blog. Μπορείς επίσης να κάνεις εγγραφή με email, λαμβάνοντας απ ευθείας κάθε μου ανάρτηση στα Εισερχόμενά σου, κάνοντας εγγραφή στο Newsletter μου Σε ευχαριστώ που με διαβάζεις,"
φιλικά, και για το Α! μπε μπα Blog! Το μπινελικοδρόμιο.. Νίκος Ράμμος (AATON)
p.i.d.agency@gmail.com http://nikos63.blogspot.com/




19 Αυγούστου 2008



2 Φοβάμαι φίλε..

Βλέπω τις ειδήσεις και με πιάνει πανικός. Δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο στον πλανήτη, που να μην είναι ταραγμένο. Ηρεμία και ησυχία πουθενά. Ανασφάλεια παντού, οικονομική κρίση επίσης παντού.. Ανεργία σε επίπεδα τρόμου, και που οι κυβερνήσεις κάθε κράτους με πλαστά στοιχεία καλύπτουν και δεν παραδέχονται, παριστάνοντας τις τάχα πλούσιες.. Η μεσαία τάξη εξαφανίζεται, και όχι πλέον αργά, μα, γοργά και σταθερά.. Οι δύο εναπομείνασες τάξεις, των φτωχών και των πλουσίων, απομακρύνονται τραγικά μεταξύ τους, αφήνοντας ανάμεσά τους ένα χάσμα που δεν καλύπτεται πλέον. Οι φτωχοί φτωχότεροι, οι πλούσιοι...είδομεν ..ως πότε θα είναι πλούσιοι.. μόνο οι δισεκατομμυριούχοι γίνονται δισεκατομμυριότεροι.. Όπου δεν υπάρχει πόλεμος, κρέμεται απο ψηλά το φάντασμά του, κι όπου ήδη υπάρχει, όλεθρος και καταστροφή. Η εγκληματικότητα σε ποσοστά ρεκόρ ανά τον κόσμο. Πουθενά κανένας δεν νοιώθει ασφαλής, ο φόβος κυριεύει τους ανθρώπους, φόβος απο τα πάντα.. Φόβος για το αύριο, το σήμερα, το τώρα.. Φοβάται μήν χάσει ότι έχει και δεν έχει απο τη μια μέρα στην άλλη.. Φοβάται πως ότι τρώει, τον τρώει, κι ότι πίνει τον πίνει.. Φοβάται να αναπνεύσει.. Φοβάται τον καρκίνο.. Φοβάται το ΕΙΤΖ Φοβάται την ανεργία Φοβάται τρίτο παγκόσμιο.. Φοβάται την πείνα, τη φτώχεια και την ανέχεια.. Φοβάται το γάμο, λόγω διαζυγίων, λόγω απιστίας και ανασφάλειας.. Φοβάται να κάνει παιδιά λόγω οικονομικών προβλημάτων.. Φοβάται να κυκλοφορεί.. Φοβάται να κοιμηθεί, και σπάνια χορταίνει ύπνο, πολύ πιο σπάνια κοιμάται ανέμελα.. Πείτε μου ποιός δεν φοβάται κάτι απο όσα λέω..αν όχι τα περισσότερα; Βλέπω τους φτωχούς να εξαγριώνονται, μοιάζει με καζάνι που βράζει έχοντάς το ερμητικά κλειστό...κάποια μέρα θα εκραγεί, είναι αναπόφευκτο.. Δεν μπορείς να βλέπεις απαθής την ανθρώπινη συμφορά, κι απο την άλλη να υπάρχουν άνθρωποι, που, για παράδειγμα, είχαν την τύχη να γεννηθούν σε γή πλούσια απο πετρέλαιο, και να 'χουν τόσο χρήμα, που να μην ξέρουν πως να το σπαταλήσουν, αγοράζοντας εκατόν πενήντα υπερπολυτελή αυτοκίνητα, ζώντας σε παλάτια εκατό δωματίων, ενώ άλλοι χάνουν λόγω ανεργίας το μοναδικό τους σπίτι, κι άλλοι πάλι, να ζούν κάτω απο γέφυρες πεθαίνοντας το χειμώνα απ' την πείνα και το κρύο, άλλοι ξαπλωμένοι σε πεζοδρόμια, και τυλιγμένοι με εφημερίδες για να ζεσταθούν, μαζεύοντας γόπες και τρώγοντας αποφάγια απο σκουπιδοτενεκέδες.. Αυτά βλέπω, και με τρομάζουν, έρχονται καιροί πολύ δύσκολοι.. πολύ πιο δύσκολοι απο την κατάρα του ,40.. αλήθεια σου λέω, φοβάμαι φίλε..






1 Η μαμά..

Γειά σας, με λένε Μαρία Γειά σου Μαρία, πόσο χρονών είσαι; Δώδεκα Μπράβο Μαρία, πηγαίνεις σχολείο; Πηγαίνω Μπράβο Μαρία, και τι θα ήθελες; Θέλω να αφιερώσω ένα τραγούδι στη μαμά μου Μόνο στη μαμά; Ναι, και στη γιαγιά μου.. Ωραία, το επόμενο που θα παίξουμε, θα είναι απο σένα για την μαμά και την γιαγιά Ευχαριστώ Γειά σου Μαρία Σαν τον παραπάνω διάλογο, αν το προσέξετε, θα ακούσετε εκατοντάδες παρόμοιους καθημερινά στους διάφορους ραδιοφωνικούς σταθμούς, και τότε -επαναλαμβάνω, "αν το προσέξετε"- θα δείτε πως το 80% των παιδιών που κάνουν αφιερώσεις, αφιερώνουν στην μαμά και τη γιαγιά, και σε μερικές περιπτώσεις μόνο στη μαμά, ή μόνο στη γιαγιά. Πατέρας γιόκ; πού είναι ο φάδερ οέο; Είναι ένα θέμα που πονάει πολλούς απο μάς.. Κι όμως, κάποτε υπήρχε ένας μπαμπάς, κάποτε υπήρχε μία οικογένεια.. τώρα υπάρχει μόνο μαμά, ή μόνο γιαγιά, ή αντάμα κι οι δυό τους, να προσπαθούν να γεφυρώσουν το κενό, ένα κενό που δεν γεφυρώνεται με καμία δύναμη στον κόσμο, το κενό του απόντα φυσικού πατέρα.. Κάποτε υπήρχαν όλα αυτά, μα τώρα...κι όπως λέει και το τραγούδι... "κάποτε θυμάμαι μ' αγαπούσες, τώρα σιωπή!" Όχι, δεν γεφυρώνονται κάποια πράγματα, και όσες θέλουν να το πιστέψουν έχει καλώς, μα όσες δεν θέλουν, άδικα χτυπάν τον κώλο τους βλέποντας οράματα με τα μάτια του εγωϊσμού. "Τι γέφυρες να χτίσω όταν λείπεις που ερείπια τις βρίσκω το πρωί πως να παλέψω και πως να νικήσω όταν η μοναξιά μου είν' πιο δυνατή"




18 Αυγούστου 2008



1 Χάνιμπαλ άντε πόρτας..

Συναγερμός σήμανε στο στρατόπεδο. Ο Αννίβας προ των πυλών.. Μαζευτήκαμε όλοι όσοι ήμασταν έξω, άλλοι σπίτια τους άλλοι βόλτα, και τρέξαμε να πιάσουμε τις πολεμίστρες. Τι έγινε ρε παιδιά και μας καλέσανε μέσα νυχτιάτικα κακήν κακώς; Είδαν ύποπτες κινήσεις έξω απο το φράχτη, δίπλα στις αποθήκες οπλισμού, ο σκοπός φώναξε "στα όπλα, συναγερμός"και ξεσηκώθηκαν οι πάντες. Έ, ρε και να είδε τίποτε φαντάσματα και να μας κουβάλησαν δίχως λόγο, θα του πιώ το αίμα του ψάρακα. Ρε σείς; εγώ με τη δικιά μου ήμασταν στα κόλπα ...ξέρετε, και μας κόψανε πάνω στο καλό ρε..είπε ξαφνικά ο Γιάννης απο την Αλεξανδρούπολη Είδες; μετά σου λένε οι γυναίκες των στρατιωτικών κουνάνε την αχλαδιά..με τέτοια γυμνάσια που τραβάνε μαζί μας πως να μην την κουνήσουν, μωρέ αχλάδι δεν θα μείνει.. "Κόψε ρε τις μαλακίες" είπε φανερά ενοχλημένος και ανήσυχος, "και πάμε να δούμε τι θέλουνε.." Πάρτε εσείς οι δυό απο δύο άντρες, μας είπε ο Ταγματάρχης διοικητής μας, και πηγαίνετε ενέδρα. Ο χώρος που εθεάθησαν οι πράκτορες, είναι στην δική μας ευθύνη, στα πυρομαχικά της Νοτιοανατολικής πλευράς, στην σκοπιά δεκατρία. Την ονομάζαμε αποφράδα, λόγω του αριθμού δεκατρία, μα πολλοί στρατιώτες παρακαλούσαν να αποφύγουν υπηρεσία σ' αυτήν ειδικά τη σκοπιά. Βλέπανε λέει φαντάσματα. Όσες φορές πήγαμε φυσικά και καθήσαμε για ώρα μαζί τους, δεν εμφανίστηκε κανένα φάντασμα. Μόλις έμεναν όμως μόνοι, μετά απο λίγο, τσούπ...νάτο.. Είχαν φαίνεται προτίμηση στους μοναχικούς σκοπούς, δεν άντεχαν την παρουσία και ενός δεύτερου...μαλακίες δηλαδή! Πήρα εγώ με τον Γιάννη απο δύο στρατιώτες, μας έδωσαν τελαμώνες με σφαίρες, σε περίπτωση που χρειαστεί να ανταλλάξουμε πυρά με "τον εχθρό" και τις οποίες θα δίναμε "μόνο τότε" στους στρατιώτες, μη γίνει αλλιώς κανένα πατιρντί και σκοτωθούμε αναμεταξύ μας. Φτάσαμε στην περίμετρο της σκοπιάς. Ο σκοπός δε φαινόταν, δεν ξέραμε ότι ήταν ξαπλωμένος χάμω, παρατηρούσε μισοχεσμένος απο φόβο τα πέριξ. Σκοπός!! Διατάξτε!! Πού είσαι ρε και δε σε βλέπουμε; Ποιός είναι; Άλτ τις εί! ...Άντε πάλι τα ίδια.. Κόψε ρε τα τυπικά και σήκω επάνω! ο επιλοχίας είμαι. Σηκώθηκε σαν χελώνα, πρώτα φάνηκε το κράνος και μετά τρείς μήνες ο ίδιος. Εσύ φώναξες συναγερμός, στα όπλα; Μάλιστα! Για πες μου τι είδες, πότε και δείξε μου πού το είδες; Να εκεί, είναι κάποιος που..είναι εκεί..και έδειχνε έντρομος σε μια κατεύθυνση, που μέσα στο σκοτάδι δεν ήταν δυνατόν να δεί κανείς μας καθαρά τι διάολο ήταν. Κάτσε εσύ εδώ κι εμείς θα πάμε να δούμε.. Επιλοχία, προσέχετε, μην είναι τίποτε κλέφτες που θέλουν να πάρουν όπλα και είναι οπλισμένοι.. Καλά, θα προσέχουμε, του απάντησα, ενώ αναρωτιόμουν αν ανησυχούσε για μας η για κείνον που φεύγαμε και τον αφήναμε πάλι μόνο του. Το καλοσκέφτηκα και είπα σε έναν απο τους δύο στρατιώτες που είχα μαζί μου, να μείνει μαζί του να του κάνει παρέα, γιατί τον έκοψα πως ήταν αρκετά τρομαγμένος. Φτάσαμε αρκετά κοντά στο σημείο που μας έδειχνε. Ξαπλωμένοι μπρούμυτα στα χορτάρια, έρποντας προσπαθούσαμε να φτάσουμε όσο πιο κοντά γινόταν. Νίκο, δε βλέπω τίποτε ρε σύ, το σκοτάδι είναι πίσσα, να στείλουμε κανέναν για ανίχνευση; είπε ο Γιάννης. Ποιόν να στείλουμε ρε Γιάννη; Και οι τρείς τους νέοι είναι..εμείς θα πάμε, αυτοί θα φυλάνε μετόπισθεν. Πάνε εσύ, πιο παλιός είσαι και ξναβγήκες ενέδρα.. Χμ! ...καλά, πάω, θα γυρίσω σε λίγο.. Πρόσεχε έ; Καλά..και ξεκίνησα έρποντας μέσα στο σκοτάδι, προς τα εκεί που έπρεπε να είναι ο εχθρός ντεμέκ. Είχα φτάσει τα πενήντα μέτρα περίπου, ώσπου ξαφνικά τον είδα..έμοιαζε με κάποιον που σηκώνεται όρθιος, μετά σε κλάσματα δευτερολέπτου ξανακαθόταν κάτω και δεν φαινότανε, και πάλι μετά απο λίγο η ίδια κίνηση..σηκωνόταν-φαινόταν, καθόταν-χανόταν. Προσπάθησα να πλησιάσω ακόμη πιο κοντά, να μπορέσω να διακρίνω ποιός είναι και τι κάνει εκεί στο συρματόπλεγμα δίπλα στα δέντρα..σύρθηκα κι άλλο, προσπαθώντας να μην κάνω θόρυβο, σαν νυφίτσα και προσέχοντας μην σπάω κλαράκια που θα με πρόδιδαν, ή με το όπλο να μην κάνω κάποιο θόρυβο ενώ το κράταγα μπρός μου στον αέρα, ώσπου έφτασα σε απόσταση αναπνοής απο τον καριόλη που μας χάλασε το βράδυ. Έμεινα να κοιτάζω, ανοίγοντας όσο μπορώ τα μάτια μου και προσπαθώντας να διακρίνω όσες πιο πολλές λεπτομέρειες μπορούσα απο τον "εχθρό". Ήταν κοντός κάπως, λεπτός, με μικρά στριφτά ...κέρατα...τι πώς πού; κέρατα; τι είναι ρε; Πλησίασα ακόμη μέχρι που το κράνος μου ακούμπησε στο συρματόπλεγμα..η κατσίκα του μπάρμπα Θανάση..να ο εχθρός.. Έβαλα το κεφάλι μου κάτω, μην ξέροντας αν έπρεπε να γελάσω ή να αρχίσω να ρίχνω μπινελίκια όποιον δώ μπροστά μου, η να καθαρίσω την βρωμοκατσίκα που αμέριμνη έτρωγε μπρός μου, ρίχνοντάς μου κάπου κάπου μια ματιά εντελώς αδιάφορα, προσπαθώντας να φτάσει τα ψηλά κλαριά να φάει τα φύλλα τους, κι έτσι σηκωνόταν στα δυό της πόδια και ξανάπεφτε μόλις τσάκωνε μερικά. Σηκώθηκα και πήρα το μονοπάτι για το γυρισμό εκεί που ήταν ξαπλωμένοι οι άλλοι, κάνοντας στρατηγηκά σχέδια και αναλύοντας θεωρίες για εξωγήϊνους. Τι έγινε ρε Νίκο; τον είδες; είδες κανέναν; Ναί, τον είδα, τρώει Τι κάνει; Τρώει ρε Γιάννη Τι τρώει; καλά, ποιός είναι; Τρώει βραδινό, έλα, μαζέψτε τα και πάμε να φύγουμε, βαρέθηκα με τις μαλακίες αυτές.. Θα μας πείς ρε συ η θα μας σκάσεις; τι είδες; Κατσίκα είναι ρε Γιάννη, η κατσίκα του μπάρμπα Θανάση, αυτός που μας χερετάει πάντα όταν πάμε για βολή; Ναί; Ε, αυτουνού είναι..την έδεσε σε ένα δέντρο, και η κατσίκα σηκωνόταν όρθια να πιάσει κανένα κλαδί να φάει, και αυτό ήταν όλο.. Πάω να τον σκίσω τον σκοπό, είπε αγριεμένος ο Γιάννης.. Άστον, δεν φταίει αυτός, τη δουλειά του έκανε Ποιά δουλειά του ρε ο χέστης, που αντί κατσίκι είδε σαμποτέρ; Έλα, άσε τα χέστης, γιατί κι εσύ κόλωσες να έρθεις μαζί μου, μόνο με έστειλες. Άσε που για να μπορέσω να καταλάβω κι εγώ ότι δεν ήταν άνθρωπος, έπρεπε να κολήσω τη μούρη μου στο συρματόπλεγμα, δεν την ξεχώριζες με τίποτε αν δεν έφτανες δίπλα της.. Εγώ λέω να μην τον ξαναβάλουμε σ' αυτήν τη σκοπιά να φυλλάξει Κι εγώ Γιάννη, λέω να πούμε τον μπάρμπα Θανάση να μην ξαναδέσει την κατσίκα του κοντά στο συρματόπλεγμα..




11 Αυγούστου 2008



1 Ο έχων δύο χιτώνας..

Είσαι υπέρβαρος, κατά πολύ Γνωμάτευση ήταν αυτή γιατρέ; συγνώμη που ρωτάω.. Ναί Με δουλεύεις ντόκτορ; Όχι, γιατί να σε δουλεύω.. Γιατί αυτό το ήξερα κι εγώ, χωρίς να 'μαι γιατρός Πρέπει να κόψεις το πολύ φαγητό Μα δεν τρώω πολύ γιατρέ Τότε πως έχεις τόσα κιλά; Άμα ήξερα, δεν θα ερχόμουν σε σένα γιατρέ, θα το διόρθωνα μόνος μου Να τρώς χόρτα Και το μοσχάρι του Μήτρου στο χωριό μας χόρτα τρώει μονάχα γιατρέ, αλά τα έφτασε τα διακόσια κιλά.. Δεν εννοώ τόσα χόρτα όσα τρώει ένα μοσχάρι Όσα και να φάω, πάλι κιλά θα βάλω, δεν μπορώ να αδυνατίσω Καπνίζεις; Καπνίζω Κακώς Το ξέρω Να το κόψεις.. Σώπα.. Τι σώπα; Έχω την εντύπωση τώρα που σε βλέπω, πως το εννοείς σοβαρά γιατρέ Όσο αφορά το τσιγάρο, πάντα το εννοώ σοβαρά καλά, αφού το λές, να το κόψω αμέσως, μαχαίρι Καπνίζεις πολλά; Δυό πακέτα.. Πόσα χρόνια; Πάνω απο εικοσιπέντε Και θα το κόψεις μαχαίρι; εσύ; Βεβαίως, αφού το είπες εσύ, πρέπει να γίνει Με δουλεύεις; Εγώ άρχισα; Καλώς, συνέχισε τότε να καπνίζεις και τα λέμε αργότερα Τώρα με μπέρδεψες, να συνεχίσω ή να το κόψω; Άμα μπορείς, φυσικά και να το κόψεις Αμ δε μπορώ.. Τότε τι το συζητάμε; Εσύ το άρχισες, εγώ απάντησα απλά.. Πίνεις; Νερό. Να το κόψω κι αυτό; Όχι, να πίνεις όσο πιο πολύ μπορείς Γιατί; δεν φτάνει που είμαι κατά 75% απο νερό; να το κάνω 100% ; θα χυθώ στο δρόμο Έχεις πλάκα τελικά Πλάκα μπορεί να 'χω, ποιός με καταλαβαίνει είναι το πρόβλημα Γιατί; Γιατί άμα κάνω πλάκα, την παίρνουν σοβαρά και θυμώνουν, άμα μιλάω σοβαρά, γελάνε.. Παντρεμένος; Όχι ακόμη, αλά κατά κεί πάμε αν όλα πάνε καλά Καϋμένε μου Γιατρέ; μήπως δεν είναι υγειηνό; να το κόψω; Ποιό; Το να σκοπεύω να παντρευτώ.. Όχι βρε αδερφέ, μια χαρά είναι, παντρέψου.. Πές μου κάτι γιατρέ.. Τί; Εσύ γιατί δεν αδυνατίζεις; κάπως ψωμωμένο σε κόβω.. Άσε με εμένα Πίνεις; Κανένα τσιπουράκι, κανένα κρασάκι, που και που φυσικά.. Καπνίζεις; Γιατί ρωτάς; Ξέμεινα απο τσιγάρα, έχεις κανένα να μου δώσεις μέχρι να πάω στο περίπτερο να πάρω; Έχω, αμέ Χμ! καπνίζεις, πίνεις, τρώς καλά, αλά εμένα μου τα απαγορεύεις..; Πρέπει να στα απαγορεύω.. Μου θυμίζεις τους παπάδες γιατρέ, "ο έχων δύο χιτώνας.."






3 Μαμά, έχουμε...σταθερό;

Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν μιά χώρα όπου οι άνθρωποι είχαν τηλέφωνο σταθερό στα σπίτια τους. Κτυπούσε τακτικά, και τηλεφωνούσαν επίσης τακτικά σε συγγενείς και φίλους. Πήγαιναν σε γιορτές, δέχονταν επισκέψεις και χαίρονταν κάθε φορά που κάποιος χτυπούσε την πόρτα τους, και κάθε φορά που κουδούνιζε το τηλέφωνο, έτρεχαν με λαχτάρα να το σηκώσουν να δούν ποιός τους θυμήθηκε. Σήμερα στη χώρα αυτή, οι άνθρωποι έχουν κινητό τηλέφωνο, κι όχι ένα μα ίσως και περισσότερα. Σταθερό πλέον έχουν λίγοι, οι πολλοί όχι, ή τους το έκοψαν γιατί χρωστούσαν κάποιοα μηνιάτικα. Αλλάζουν αριθμούς τηλεφώνου κάθε λίγο και λιγάκι, για να μένουν άφαντοι απο όλους εκείνους που τους χρωστάνε. Οι μόνοι που τους τηλεφωνούν πλέον καθημερινά, είναι οι υπάλληλοι απο τις τράπεζες να τους θυμίσουν με αγένεια και με εκφοβισμούς τα χρέη τους. Κρύβονται απο τον ίσκιο τους, και όποιον τους πλησιάσει τον βλέπουν σαν εχθρό, που ίσως τους πλησίασε για να ζητήσει δανεικά. Έχουν ανακαλύψει μια πάγια τακτική, για να μην τους πλησιάζει κανένας, λέγοντάς του αμέσως μόλις έρθει, "άσε, καίγομαι, δανεικά ψάχνω", ώστε αν ήρθε για δανεικά να φύγει απελπισμένος, και αν όχι, ίσως τους δώσει εκείνος κάτι. Η μιζέρια σε όλο της το μεγαλείο. Αν χρειαστείς όντως βοήθεια, θα ακούσεις το γνωστό, "τώρα μου το λές; είχα κάτι λίγα, μα πλήρωσα το πρωϊ κάτι λογαριασμούς, χτές αν ερχόσουν, κάτι γινόταν". Οι πρώτοι που θα σε απαρνηθούν, είναι οι συγγενείς σου οι ίδιοι. Αν κάποιοι σου σταθούν, θα είναι κάποιοι φίλοι που είχες..αν δεν είχες, αρχίνα να κλαίς τη μοίρα σου, ή αρχίνα να πολεμάς μόνος να σταθείς στα πόδια σου, αφήνοντας τα κλάματα για αργότερα.. Ανέχεια, μιζέρια, ανεργία και στέρηση..και μετά σου λέει ο άλλος.. ..μαμά, σταθερό..έχουμε; Τι να το κάνω το σταθερό και το ασταθές ρε φίλε, όταν χάθηκε η ανθρωπιά και το φιλότιμο;




07 Αυγούστου 2008



4 Το τέρας..

Πήρα το τσάϊ που μου έφτιαξε η Τζένη και βγήκα στο μπαλκόνι, να καπνίσω κι ένα τσιγάρο. Μετά απο λίγο βγήκε και εκείνη, να σκαλίσει το περιβόλι της. Κάποια στιγμή, την βλέπω να πετάγεται επάνω, προσπαθώντας να μη φωνάξει, πισωπάτησε δυό τρία βήματα, και άρχισε να κοιτάζει όλο αγωνία τριγύρω. Κατάλαβα! κάποιο ζουζούνι σίγουρα θα είδε, και ετοιμάζει πόλεμο..ώσπου κάποια στιγμή τη βλέπω να βγάζει την παντόφλα της και να βαράει τα δέντρα που 'χει φυτεμένα μέσα στις γλάστρες.. Το 'ξερα, σας το είπα, και ο πόλεμος άρχισε, και φυσικά ήταν άνισος, διότι με μια κατατρομαγμένη Τζένη και οπλισμένη με τις ατομικές της παντόφλες, δεν τα βγάζει πέρα κανένα ζωύφιο, όσο τεράστιο κι αν είναι.. Αφού τις προάλλες σκότωσε ένα, περίπου μισό πόντο μήκος..σκέτος Βούδας ήτανε.. Μέχρι κι εγώ τρόμαξα σαν το είδα στο μεγεθυντικό φακό όταν μου έδειξε το πτώμα του στο πεδίο μάχης, έξω στην καρέκλα του μπαλκονιού. Τεράστιο ήταν, σαν κουκούτσι από καρπούζι! Μπράβο ρε Τζένη, πώς το κατάφερες; Είδες; το ξεπάστρεψα!






2 Άλτ! τίς εί;

_Πρόσεχε το βράδυ λοχία, όταν πάς για έφοδο.. _Τι να προσέξω δόκιμε; _Μου φαίνεται ότι ένας "νέος γκάβακας" έχει υπηρεσία σκοπιάς απόψε, και είναι πάρα πολύ φοβητσιάρης. _Φοβητσιάρης; _Χέστης, όχι απλώς φοβητσιάρης _Και τι θές να κάνω; _Κοίτα μη τον τρομάξεις και σε καρφώσει με καμία ξιφολόγχη..κάτι τέτοια τα κάνεις, σε ξέρω.. _Τι ώρα φυλάει σκοπός; _Δεν είμαι σίγουρος.. _Πώς τον λένε; ξέρεις μήπως; _Ούτε! πως να ξέρω ρε λοχία, νέος σου είπα είναι, πότε να προφτάσουμε να τους μάθουμε όλους; _Ναι, αλά εδώ μιλάμε για χέστη, όλοι τους χεσμένοι είναι; _Σίγουρα όχι κι όλοι..αλά ούτε και θα 'ναι ο μοναδικός.. _Άρα λοιπόν, μέχρι να βρούμε ποιοί ακόμα είναι φοβητσιάρηδες, ο τύπος παραμένει εξέχουσα φυσιογνωμία, έπρεπε να τον θυμάσαι.. _Ναί, έ; _Αμ, τι! δε μου λές; μήπως ξέρεις απο που είναι έστω; _Απο Αθήνα νομίζω είπαν, αλά ακριβώς δεν ξέρω, ούτε περισσότερες λεπτομέρειες, αλά θα μάθω _Καλά, θα μάθω πρώτος...άσε.. Πήγα και κοίταξα στην κατάσταση ονομάτων, όλα τα ονόματα των σκοπών, απο τις δέκα το βράδυ, έως τις έξι το πρωί. Τέσσερις σκοποί, μάλιστα.. _Δεκανέας; φώναξα.. _Ορίστε λοχία, διατάξτε..απάντησε φτάνοντας στο γραφείο μου, το επονομαζόμενο "επιλοχάδικο".. Κοντούλης, στρουμπουλός και πάντα χαμογελαστός ο δεκανέας μας ο Σούλης, ακόμα κι όταν έτρεχε τους φαντάρους χαμογέλαγε..σαδιστή τον αποκαλούσαν μερικοί.. _Φέρε μου σε παρακαλώ τους τέσσερις αυτούς, εδώ πέρα.. _Τώρα; _Όχι, φέρτους μεθαύριο εσύ.. _Μεθαύριο τι να τους κάνεις λοχία; _Εμ τότε τι με ρωτάς ρε Χάμπο; για τώρα εννοούσα..άντε φέρτους.. _Μάλιστα.. Πρέπει να πώ πως δεν περίμενα πολύ, τους βρήκε τσάκα τσάκα και τους έφερε.. _Προσ-χή! φώναξε στους παγωμένους νεοσύλλεκτους, οι οποίοι εκτέλεσαν την διαταγή του σαν ρομπότ στην πρίζα.. _Πείτε μου τα ονόματά σας κύριοι και τις ώρες που φυλάτε απόψε σκοποί σας παρακαλώ.. Συνήθιζα να τους μιλάω πάντοτε στον πληθυντικό, ήρεμα δίχως φωνές και ξελαρυγγιάσματα, προσπαθώντας να στοχεύω στο φιλότιμό τους περισσότερο και στον σεβασμό τους, παρά στον φόβο. Είχα καταλάβει απο πείρα πως έτσι κέρδιζα πολύ περισσότερο την εκτίμησή τους, παρά με καψώνια και παπαριές. Άσε που, μιλώντας τους στον πληθυντικό, κρατούσα και την απαιτούμενη απόσταση που έπρεπε να υπάρχει, αλλιώς..σε καβαλάνε. _Στρατιώτης πεζικού τάδε....κ.λ.π. και ποιά ώρα φύλαγε.. _Μάλιστα..λοιπόν, Κύριοι, ο λόγος που σας κάλεσα να παρουσιαστείτε μπροστά μου, είναι πως απόψε εγώ θα είμαι ο εφοδεύων..ξέρετε τι σημαίνει; _Όχι! μου απάντησαν και οι τέσσερις.. _Εντάξει, να σας εξηγήσω λοιπόν να το ξέρετε, σταθείτε ανάπαυση. Εφοδεύων σημαίνει "αυτός που κάνει έφοδο", και έφοδος στη σκοπιά σημαίνει, πως θα έρθω δίχως να με περιμένετε, δίχως να ξέρετε ούτε ώρα, ούτε κατεύθυνση, ούτε θα με ακούσετε να έρχομαι, για να δω αν φυλάτε σκοπιά, αν καπνίζετε ή αν κοιμάστε. Εάν κοιμάστε, θα σας πάρω ότι μπορέσω, είτε το όπλο, είτε την ξιφολόγχη, είτε το βιβλίο εφόδου, είτε το κράνος...κοιτάξτε μην πάρω κι εσάς μαζί μου.. Εάν πάρω κάτι απο όσα προανέφερα, ή δεν φυλάτε όπως αρμόζει σε Έλληνα Στρατιώτη-Σκοπό, και γραφτεί στο βιβλίο εφόδου, την έχετε βαμμένη... Σε καιρό πολέμου, σας εκτελούν, διότι αν αποκοιμηθεί ο σκοπός ή δεν φυλάξει σωστά τους συναδέρφους του, χάνονται αθώες ζωές..Σκοπός λοιπόν που φυλάτε τώρα εν καιρώ ειρήνης, είναι να μάθετε την αξία, τον σκοπό και τον τρόπο, του ΠΩΣ να ξαγρυπνάτε εσείς, για να ξεκουραστούν οι σύντροφοί σας ανέμελα, όπως όταν φυλάνε εκείνοι σκοποί για να ξεκουραστείτε εσείς. Είναι κάποιος που φοβάται απο σας, στο σκοτάδι; _Όχι! ξανα και οι τέσσερις με ένα στόμα.. _Έχετε μάθει πως γίνεται η όλη διαδικασία της ανάληψης καθηκόντων σκοπού, μέχρι το τέλος της; _Μάλιστα! _Καλώς, μπορείτε να πηγαίνετε και καλή υπηρεσία.. Έφυγαν, μα κάτι δεν μου καθόταν με τον έναν, τον Γιάννη στο μικρό του όνομα. Οι κινήσεις του, η νευρικότητά του, το όλο σύνολο έδειχνε κάποιον που είναι ασταθής, κάποιον που φοβάται όντως, σφιγμένος και ανήσυχος. Ήταν να φυλάξει στην τελευταία γωνία του στρατοπέδου, μια απομονωμένη και θεοσκότεινη πλευρά. Η ώρα που φύλαγε ήταν δύο τέσερεις...το λεγόμενο Γερμανικό νούμερο, επειδή τέτοιες ώρες συνήθως ξεκινούσαν οι Γερμανοί τις επιθέσεις, και ήταν γενικά το χειρότερο. Άσε που έχανες τον ύπνο σου εντελώς ξυπνώντας μέσα στα άγρια χαράματα, και τελειώνοντας δύο ώρες πρίν το εγερτήριο, που να προλάβεις να ξανακοιμηθείς. Μέχρι να πάς στο θάλαμο, ..ξημέρωνε.. Στις τρείς σηκώθηκα, άναψα τσιγάρο και σκέφτηκα απο που να αρχίσω την έφοδο. Αποφάσισα να αφήσω τον Γιάννη τελευταίο, δεν ξέρω γιατί, απλά έτσι μού 'ρθε. Ίσως έλπιζα πως, απο τις κραυγές των άλλων τριών σκοπών, με τα 'Αλτ! τις εί μόλις με μυριζόντουσαν, θα ήξερε πως είμαι κάπου εκεί τριγύρω και δεν θα τρόμαζε, δεν ήθελα να είναι η πρώτη του νύχτα σαν σκοπός, μια άσχημη ή τραυματική εμπειρία. Κάθε ένας απο τους τρείς που πρωτοεμφανίστηκα, με σταμάτησε όπως έπρεπε, και δεν υπήρξε κανένα πρόβλημα. Η νύχτα πήγαινε πολύ καλά, κάτι με ανησυχούσε όμως. Πλησιάζοντας στην σκοπιά του Γιάννη, έκανα επίτηδες θόρυβο με τις αρβύλες μου να με ακούσει. Πλησίαζα, μα δεν άκουγα καμία εντολή για να σταματήσω..λές να κοιμάται; Πρώτη του μέρα; αποκλείεται, απο το άγχος και μόνο δεν σε παίρνει ύπνος..ρε λές να έκανε καμία μαλακία; Πολλά είχανε δεί τα μάτια μου, όλα περνούσαν απο το μυαλό μου.. Πλησίασα περισσότερο, άρχισα να διακρίνω την σκοπιά, σιγά σιγά διέκρινα και τον στρατιώτη, καθισμένο στο χώμα και ακουμπισμένο με την πλάτη στη σκοπιά, έχοντας το όπλο του ανάμεσα στα πόδια και επάνω στον έναν ώμο του.."Κοιμάται το όργιο.." Σκεύτηκα να πάω και να του πάρω ότι μπορούσα, και μπορούσα πολλά να του κάνω, -οι άντρες που διαβάζουν και υπηρέτησαν ξέρουν τι λέω- μα το μετάνιωσα. Κι άν -σκέφτηκα- φεύγοντας εγώ, ο μαλάκας πατήσει καμία σκανδάλη απο φόβο τι θα γίνει αύριο στην αναφορά; Άσε που δεν είχα τέτοια βίτσια, να αναφέρω στρατιώτες δίχως πάρα, μα πάρα πολύ σοβαρή αιτία..πιο πολύ με ενδιέφερε, για όσο καιρό θα ήταν στρατιώτες δικοί μου, να μάθουν κάτι, ώστε σε περίπτωση πολέμου να το χρησιμοποιήσουν ώστε να μην πάνε άσκοπα στα θυμάρια. Δεν μου άρεσαν βλέπεις ποτέ οι νεκροί ήρωες, τους προτιμώ ζωντανούς. Άρχισα να πετάω πετραδάκια, ένα, δύο...ένα απο αυτά τον πέτυχε στο πόδι. Κουνήθηκε.."ζεί ο μαλάκας, πάμε παρακάτω.."..ξανάρχισα να πετάω, σημαδεύοντας αυτή τη φορά το κράνος του μέσα στο σκοτάδι..τζίφος, τον νανούρισαν φαίνεται τα τσίκ τσάκ απο τα χαλίκια στα χόρτα, που άρχισε να ροχαλίζει..και ξαφνικά, εκεί που ούτε εγώ το περίμενα, ακούγεται ένα ΦΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ!!!!....και ένα ουρλιαχτό ΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙΙ.....!!! πετάγεται πάνω ο Ιωάννης σαν σούστα φωνάζοντας .. _"ΣΤΑ ΟΠΛΑΑΑΑΑΑΑΑ...ΒΟΗΘΕΙΑΑΑΑΑ....ΣΤΑ ΟΠΛΑΑΑΑΑ..." _Σκάσε ρε...ποιά όπλα και θα ξυπνήσεις το στρατόπεδο! κουκουβάγια ήτανε ρε μπουμπούνα! του φώναξα και άρχισα να γελάω γιατί κι εγώ λαχτάρισα απο το σκατοπούλι... _Λοχία...ΑΛΤ ΤΙΣ ΕΙ!! _Άσε ρε τις μαλακίες..κοιμάσαι τόση ώρα και τώρα μου κάνεις ανάκριση; _Δεν κοιμόμουνα..Άλτ τις εί! _Ο λοχίας! _Προχώρει στο σύνθημα.. _Κουκουβάγια..τού 'πα αστειευόμενος.. _Προχώρει στο παρασύνθημα.. _Καλά ρε μεγάλε; Κουκουβάγια είναι το σύνθημα, που μου θές και παρασύνθημα; _Ε, να..μπερδεύτηκα ..μέσα στον ύπνο λοχία καταλαβαίνεις.. _Μα φυσικά, ..................δεν είμαι ...μαλάκας!




05 Αυγούστου 2008



3 Το ALTER..

Ήθελα να δω στο ALTER την ταινία "Η νύχτα της εκδίκησης", και τελικά...χόρτασα απο χόρτο. Επι 22 ολόκληρα λεπτά το χαζοκάναλο είχε ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ.. ΕΛΕΟΣ ρε σείς..!! Πόσες φορές δηλαδή πρέπει να δούμε κάποιες διαφημίσεις για να τις εμπεδώσουμε, ..μας λέτε; Επι ολόκληρα 22 λεπτά επανάληψη ξανά μανά τις ίδιες διαφημίσεις; τζίζες κράϊστ.. τελικά πρέπει να είστε καλά κονομημένοι ρε σείς..άσε που η ταινία ήταν της οκάς στο φινάλε.. Εάν ήταν καμία ταινία αντάξια Όσκαρ δηλαδή, πόση ώρα θα βλέπαμε διαφημίσεις; κάνα δίωρο; κόπανοι;




04 Αυγούστου 2008



4 Long weekend..

Πάμε στο εξοχικό των γονιών μου; μου λέει η Τζένη την Παρασκευή που μας πέρασε. Και δεν πάμε; Της απάντησα. Βλέπεις, είχαμε τρείς μέρες ελεύθερες, λόγω του Long weekend, οπότε μπορούσαμε να βγούμε έξω για λίγο απο το θόρυβο της πόλης του Τορόντο, κάπου ήσυχα, να ηρεμήσουμε, και το εξοχικό των γονιών της ήταν η καλύτερη επιλογή. Δύο ώρες διαδρομή με το αυτοκίνητο -να οδηγάει εννοείται η Τζένη, κόβοντας δρόμο μέσα απο φάρμες...αλλιώς..- ένα σπιτάκι στις όχθες της λίμνης, με μια μικρή προβλήτα για την εξωλέμβια, ένα μικρό μπαλκονάκι πάνω απο το νερό της λίμνης να την αράζεις και να ρεμβάζεις, παράδεισος σου λέω! Θα έρθει και ο αδερφός μου με τα παιδιά, μου λέει ενώ φτάναμε στον προορισμό μας, ίσως μάλιστα να είναι ήδη εκεί.. Με έπιασε κρύος ιδρώτας.. Μιλάς σοβαρά; Φυσικά, γιατί; δεν θές την παρέα του αδερφού μου; Ποιός μίλησε για τον αδερφό σου ρε παιδάκι μου, για τα τιγράκια που 'χει μιλάω... Βλέπεις, ο Ηλίας έχει δυό κορούλες, οι οποίες -γερά να 'ναι τα παιδιά- είναι ικανές να καταστήσουν μέσα σε μιά ώρα, έναν παράδεισο, σε πεδίο μάχης. Ειδικά η μεγάλη του...σκέτη τσούχτρα, να σε φυλάει ο Θεός άμα σε πάρει στραβά.. Και δεν μου λές; την ρώτησα κάπως ανήσυχος, πότε θα γυρίσουμε; Δευτέρα λέω, γιατί; Θα μείνει και ο αδερφός σου με τα ...παιδιά; Ε, ναί! Ω! χαρά! θα περάσουμε ένα υπέροχο τριήμερο, κατάλαβα.. Η Τζένη έψησε τα κοτοπόδαρα και τις μπριζόλες στο μπάρμπεκιου, και πράγματι ήταν νοστιμότατο το φαγητό, μα δεν έμεινα πολλή ώρα στο τραπέζι, δύσκολα να με ανεχθεί η "τσούχτρα" του Ηλία, η οποία έκανε τα πάντα ώστε να πάω για τσιγάρο, μπάς και ηρεμήσω. Πάμε Νίκο μια βόλτα με την βάρκα; μου λέει ο Ηλίας κατά το απογευματάκι, μετά το φαγητό. Πάμε, του απάντησα, και όντως ήθελα επιτέλους να την οδηγήσω μια φορά..απο πέρυσι, όλο σκεπασμένη με την τέντα της και επάνω στο τρέϊλερ την έβλεπα. Μπαμπάαααααααααα.......κι εγώωωωωω σέλω μπόουτ... Καλά, μέσα δεν ήταν τώρα δά και έτρωγε; Πότε βρέθηκε εδώ το σκ..παλιόπαιδο; Βάλε το σωσίβιο, της λέει τότε ο πατέρας της και θα σε πάρουμε μαζί μας..Νίκο πάρε και σύ το δικό σου, είναι μέσα στο γκαράζ.. Τι να πάρω; Το σωσίβιο.. Γιατί; Πρέπει να το φοράμε στη βάρκα... Μα δεν θα έρθω Ηλία μαζί...πάνε με το παιδί, ίσως πιο μετά.. Τελικά έκανε βόλτΕΣ η Χριστίνα, διότι αυτό είναι το όνομα της "τσούχτρας" μας, κι εγώ έμεινα σα μαλάκας καουμπόης στην προκυμαία να αγναντεύω τα Λούνια λίγο σα 'κείθε, που μου κούναγαν κοροϊδευτικά την ουρά τους, σαν τον ντάφυ. Άρχιζε σιγά σιγά να πέφτει ο Ήλιος, και η κάμπια δεν χόρταινε βόλτες, άρχισα να τα παίρνω κι εγώ..με το σκοτάδι που να πάς στη λίμνη; δεν φαίνονται οι σημαδούρες, και δεν είμαστε να καρφώνουμε τη βάρκα σε τίποτα ξέρες.. Αύριο να δείς τι θα πάθεις ..σκατού, είπα μέσα μου με κακία...άμα δείς βάρκα εδώ μπροστά, να με χέσεις..θα την οδηγάω μέχρι να μη μείνει στάλα βενζίνη στο τεπόζιτο..grrrrrrrrrr!! Η Τζένη, λές και διάβασε τις καλοκάγαθες κι ευγενικές μου σκέψεις, με πλησίασε και μου είπε, "καλά βρε αγάπη μου, το μωρό συνερίζεσαι; μη γίνεσαι πιο παιδί κι απ' το παιδί.." Τώρα τι της λές...με λές; Γιατί συνερίζομαι το ...παιδί αγάπη μου; Γιατί σε βλέπω που 'χεις νεύρα.. Και τί έπρεπε να έχω; πονόδοντο; Τώρα όπου να 'ναι θα γυρίσουν και θα πάμε εμείς, έλα μην κάνεις έτσι.. Δεν θέλω να πάω βόλτα! είπα τσιτωμένος με πείσμα.. Καλά λέω πως κάνεις σαν παιδί.. Καλά κάνω.. Κάποια στιγμή, ήρθε η ώρα για ύπνο. Εμένα με έζωσαν τα φίδια.. Ρε Ηλία; Εγώ ροχαλίζω σαν χαλασμένο δισκοπρίονο ρε σύ, τί κάνουμε τώρα; Α, δεν τρέχει τίποτε, κάτι άλλοι να δείς πως ροχαλίζουν. Ποιοί άλλοι; Εγώ! Εσύ; και...ροχαλίζεις πολύ; Πολύ; εδώ ρε Νίκο ξυπνάω κι εμένα με το ροχαλητό μου... Καλό, μου άρεσε και έβαλα τα γέλια.. Μη γελάς, σοβαρά σου μιλάω..είχα ανοίξει τα μάτια μου απο το δικό μου ροχαλητό, και ενώ ακόμη ροχάλιζα, με ανοιχτά τα μάτια, προσπαθούσα να καταλάβω ποιός ροχαλίζει.. Την επομένη το πρωϊ, μετά τον Πρωϊνό καφέ και πρίν ξυπνήσουν τα μικρά, πήρα την Τζένη, τον Ηλία, το σωσίβιό μου, το μπιτόνι με την βενζίνη και μπήκαμε στη βάρκα, με πλώρη το άγνωστο.. ΤΟ ΞΕΚΩΛΟΣΑΜΕ σας λέω...άσε που αρχίσαν όλοι να αναρωτιούνται που ξέρω να οδηγάω τόσο καλά την εξωλέμβια... Τι να τους έλεγα; ότι στην προηγούμενη ζωή, ήμουν ένας απο τους πειρατές της Καραϊβικής; ..σιγά να μη με πιστεύανε..!




Next Next Next