Μάζεψέ τα και φύγε! ήταν η πρώτη κουβέντα που είπε με το που μπήκε στο σπίτι.
_Γιατί; τι έγινε;
_Γιατί έτσι θέλω, δρόμο..
Πετάχτηκε ο αδερφός του ο Στάθης ξαφνιασμένος,
_"πού θα πάει δεκαεφτά χρονών παιδί μόνο του μέσα στην Αθήνα; πώς το διώχνεις έτσι;"
_Δεν με νοιάζει, να τα μαζέψει και να φύγει τώρα αμέσως, γιατί έτσι γουστάρω.
Εκείνος, δεν είπε τίποτε άλλο, πήγε μέσα στο δωμάτιο όπου κοιμόταν, και μάζεψε τα λίγα ρούχα που είχε φέρει απο το χωριό, τα έβαλε όπως όπως στην μοναδική του βαλίτσα, είπε ένα αντίο με την πίκρα να του σφίγγει την ψυχή στον Στάθη, άνοιξε την πόρτα και έφυγε.
Η Αθήνα είναι όντως αφιλόξενος τόπος, με αφιλόξενους ανθρώπους.
Απρόσωπη και κρύα. Κανένας δεν γνωρίζει κανέναν, ούτε και θέλει να γνωρίζει, εκτός κι αν τον χρειάζεται, εκτός κι αν θέλει κάτι να πάρει. Όταν το πάρει, τον ξεχνάει και πάλι. Σπάνια θα συναντήσεις κάτι διαφορετικό.
Περπατούσε στους δρόμους, δίχως να ξέρει πού πάει. Προσπαθούσε να καταλάβει γιατί αυτή η συμπεριφορά απο τον εξάδελφό του τον Χάρη. Δεν έβρισκε αιτία, δεν είχε κάνει τίποτε, γιατί να του πεί κάτι τέτοιο. Απο την ημέρα εκείνη, έπαψε να εμπιστεύεται συγγενείς απο Δράμα γενικώτερα. Όσους είχε γνωρίσει ως την ημέρα εκείνη,
άχρηστοι και 'χαλασμένοι' βγήκαν, μαζί και τα ξαδέρφια του.
Ρωτώντας, έφτασε στον σταθμό Λαρίσης, έκοψε εισιτήριο για Θεσσαλονίκη, και την άλλη μέρα ήταν στο σπίτι του. Στην Αθήνα είχε πάει βόλτα για 3-4 μέρες, και έμεινε στου εξαδέλφου του, μέχρι που του είπε "φύγε" με τον χειρότερο τρόπο. Δεν θα έμενε έτσι κι αλλιώς πάνω απο μία, το πολύ δύο ακόμη ημέρες, και του το είχε πεί άλωστε.
Αυτό το
γιατί, του έτρωγε το συκώτι, και εκείνο το σφίξιμο...
Μήνες πέρασαν, μα στιγμή δεν σταμάτησε να τα αισθάνεται. Πρώτη φορά τον έδιωχνε κάποιος απο το σπίτι του, και ήταν αφάνταστα άσχημο συναίσθημα, τον πλήγωσε τρομερά, και η πληγή αυτή δεν κλείνει.
Πέρασαν μήνες..
Πέρασαν χρόνια..
Ήταν Σάββατο απόγευμα. Πήρε τηλέφωνο στην θεία Άννα στο χωριό, την δεύτερη μάννα του, που τον μεγάλωσε απο μικρό όταν οι γονείς ήταν στο εξωτερικό. Πάντα της τηλεφωνούσε και την επισκεπτόταν τακτικά, να μάθει τι κάνει, πώς είναι. Αυτή τη φορά, έμεινε με το ακουστικό στο αφτί.. _"Είμαστε όλοι εδώ αγόρι μου, τρώμε, ήρθαν τα ξαδέρφια σου απο την Αθήνα, ο Χάρης, και ο Στάθης ο αδερφός του, με τις γυναίκες τους, και θα μείνουν Σαββατοκύριακο εδώ μαζί μας", του είπε όλο χαρά, μην έχοντας ποτέ μάθει τι συνέβηκε στην Αθήνα τότε, εκείνη τη νύχτα. Σε κανέναν δεν το είχε πεί, με κανέναν δεν το μοιράστηκε ποτέ ως τότε. Δεν της είπε ούτε τώρα τίποτε.. Έκλεισε το τηλέφωνο σιωπηλά, πήρε τα τσιγάρα απο το τραπέζι, και τα κλειδιά του αυτοκινήτου.
_Πού πάς; ρώτησε η μάννα του.
_Μια βόλτα να ξεσκάσω μάννα, δεν θα αργήσω.
Έτρεχε σαν τρελός. Έκανε σχεδόν μισή ώρα να φτάσει στο χωριό, ογδόντα χιλιόμετρα μακρυά απο την Θεσσαλονίκη. Σουρούπωνε όταν έφτασε. Πήγε κατ' ευθείαν στης θείας Άννας. Άκουγε γέλια, συζητήσεις, κάποιος διηγούνταν ιστορίες απο την Αθήνα εκεί μέσα..
Ήρθαν στο νού του οι σκηνές εκείνης της νύχτας, και ένοιωσε ένα ρίγος. Θυμήθηκε την σκληρότητα απο τα λόγια εκείνου, που τώρα δα ακουγόταν απο μέσα η φωνή του, η δήθεν ευγενική μα πέρα για πέρα προσποιητή, ψεύτικη εντελώς.. Είχε νοιώσει την άλλη της όψη μια νύχτα, την αληθινή, την παγερή. Αισθάνθηκε να τον πνίγει ο θυμός, ένας θυμός σε βαθμό τρέλας. Προσπαθούσε με κόπο να κρατήσει τον εαυτό του μην παραφερθεί. Η ανάσα του έγινε πολύ γρήγορη, το αίμα χτυπούσε στα μηνίγκια του, και με κόπο κρατούσε τον θυμό του.
Το σπίτι της θείας Άννας, ήταν σπίτι του, μάννα του την είχε, και σαν γιό της τον είχε, δεν ένοιωθε ξένος σ' αυτό το σπίτι ποτέ. Ο
ξένος ήταν μέσα στο σπίτι, και αυτουνού, δεν του άξιζε τέτοια φιλοξενία. Δεν άντεξε περισσότερο, ως εδώ είπε ακούγοντας για άλλη μια φορά τα τρανταχτά γέλια του άλλου!!
Άνοιξε την πόρτα με ορμή, και στάθηκε εκεί, κοιτώντας τον Χάρη στα μάτια. Το βλέμμα του έμοιαζε με πεινασμένου λιονταριού, που είδε ξέμπαρκο κατσίκι μπροστά του. Δεν τον περίμεναν. Κανένας δεν τον περίμενε. Μόνο η θεία Άννα πετάχτηκε γεμάτη χαρά να τον αγκαλιάσει και να τον υποδεχτεί, μα δεν κουνήθηκε απο τη θέση του, δεν την αγκάλιασε, ούτε την κοίταξε, δεν πήρε στιγμή το βλέμμα του απο τον άλλο.
_Τι έγινε ρε ξάδερφε; θα κάτσεις πολή ώρα να με κοιτάζεις; δεν θα με χαιρετήσεις; είπε κάποια στιγμή με αναίδεια ο ..ξάδερφος Χάρης, ο άχαρος.
Δεν κρατήθηκε πλέον άλλο, άνοιξε το στόμα του και του είπε με σιγανή και σφυριχτή φωνή..
_Χάρη, βγές έξω.
_Γιατί; πές το μου εδώ.
_Βγές έξω Χάρη, γιατί ο χώρος που πατάς είναι ιερός για μένα.
Ο Στάθης δεν έβγαζε άχνα.
Σηκώθηκε ο άλλος, πήγε μπροστά του και περίμενε να του πεί τι τον θέλει.
Δεν μίλησε. Τον έπιασε απο το γιακά, τον τράβηξε με μανία έξω απο το σπίτι, τον έφερε μια γύρα που δεν πατούσε πλέον στο χώμα, και τον πέταξε πάνω στον φράχτη με τα συρματοπλέγματα.
_
Μάζεψέ τα και φύγε! Τώρα αμέσως.. του είπε βροντερά, χρησιμοποιώντας ακριβώς τα ίδια λόγια που του είχε εκείνος πεί, χρόνια πρίν, και που ποτέ δεν ξέχασε.
_Δεν είναι σπίτι σου για να μου πείς να φύγω.. απάντησε ο Χάρης αναμαλλιασμένος, κατακαμένος απο τις τσουκνίδες ματωμένος και γεμάτος χώματα.
_Λάθος κάνεις,
σπίτι μου είναι, εδώ μεγάλωσα, εδώ έτρωγα ψωμί, εδώ έπινα νερό. Μάζεψέ τα και φύγε τώρα, πρίν είναι αργά, γιατί θα θέλεις να φύγεις μετά, μα δεν θα μπορείς.. φύγε τώρα!! του ξανά 'πε.
_Χάρη, άκου τι σου λέει και πάμε να φύγουμε, μπήκε στη μέση ο Στάθης. Φαίνεται ξέχασες τι του έκανες κάποτε στην Αθήνα, αυτός όμως το θυμάται, κι εγώ το θυμάμαι.. πάμε, γιατί έχει απόλυτο δίκιο να σε μισεί τόσο. Ακόμα ντρέπομαι απο τότε.
_Εσύ Στάθη μπορείς να μείνεις, αυτός όμως θα φύγει μέσα σε τρία λεπτά, να μην αφήσει ούτε την μυρωδιά του, να την πάρει μαζί του.
Ο Στάθης τότε γύρισε πρός το μέρος του, και του είπε.
_Ξέρω πως αισθάνεσαι, και ξέρω πόσο δίκιο έχεις να αισθάνεσαι έτσι. Εγώ απο εκείνο το βράδυ έχω ακόμα τύψεις, που δεν έκανα τίποτε να τον σταματήσω όταν σε έδιωχνε, ή που δεν σε υπερασπίστηκα όσο θα έπρεπε.. δίκιο έχεις ότι κι αν πείς, ότι κι αν κάνεις, αλλά το αίμα νερό δεν γίνεται, δεν μπορώ να τον αφήσω, αδερφός μου είναι, κατάλαβέ με, σε παρακαλώ..
_Τότε Στάθη, γλύτωσέ τον απόψε, πάρτον απο δω πρίν πάθει κακό. Λίγα λεπτά του έμειναν, πές του να φύγει μόνος, γιατί μετά θα τον πάρουν τέσσερεις.
Όταν έφυγαν, η θεία, που όλη την ώρα δεν πήρε θέση, τον πλησίασε, και τον ρώτησε, γιατί αγόρι μου το έκανες αυτό; τι είχε συμβεί; κουβαλούσες όλα αυτά τα χρόνια τόσο μίσος; τόσο βάρος;
_Ναι μάννα, ναι, και με έτρωγε σαν φίδι. Αν δεν γινόταν αυτό απόψε, δεν θα λυτρωνόμουν.
_Και τώρα πώς αισθάνεσαι, ανακούφιση; αισθάνεσαι καλύτερα;
Σκέφτηκε αρκετή ώρα πρίν απαντήσει..
_Ενα τραγούδι λέει, "είναι βαρύ και δύσκολο, να πείς τον άλλον φύγε.." Ναι, όντως είναι δύσκολο και βαρύ, φαντάσου όμως πόσο πιο βαρύ είναι, να είσαι εσυ ο διωγμένος, να σε πετάνε έξω σαν σκυλί, μέσα στη νύχτα, και να μην φταίς σε τίποτε.. Ναι θεία, αισθάνομαι πολύ καλά.
Απόψε ..ξαναγεννήθηκα.