30 Σεπτεμβρίου 2009



1 Στον σταθμό του Μονάχου

Γυναίκα, ή θα πάω φυλακή ισόβια, ή θα φύγω στο εξωτερικό, της είπε. _Μα πού θα πας; και δεν έχουμε τόσα χρήματα για τόσα έξοδα, του είπε εκείνη. _Μη φοβάσαι, δεν χάνομαι, είπε με το κεφάλι σκυφτό, χαμένος σε χιλιάδες σκέψεις. Αυτός ο ρουφιάνος θα με κάνει εγκληματία στο τέλος, πρέπει να φύγω. Θα σας φέρω και σάς μετά όπου πάω, εννοώντας εκείνη και τα δύο παιδιά τους που ήταν μικρά ακόμη. Θα πάω Γερμανία στον πατέρα μου, δεν θα 'μαι μόνος. Μάζεψαν μερικά ρούχα σε δύο βαλίτσες, ότι οικονομίες είχαν, αφήνοντας λίγα για τις ανάγκες της οικογένειας, και έφυγε για τον σταθμό να βγάλει εισιτήριο για Γερμανία. _Το τραίνο για Γερμανία δεν ξέρουμε πότε θα έρθει, έχουν απεργία στον ΟΣΕ, του είπε ο υπάλληλος στις πληροφορίες. Μπορεί να έρθει ανά πάσα στιγμή, μπορεί και μετά ένα μήνα. Έπρεπε να φύγει, δεν χωρούσε άλλη αναβολή. _Θα περιμένω εδώ, είπε στον υπάλληλο. Κοιμόταν όπου έβρισκε, έχοντας πάντα ένα μάτι ανοιχτό για τα πράγματά του. Την τρίτη ημέρα, γύρω στις δύο τα χαράματα, κάποιος τον ξύπνησε λέγοντάς του με κάποια αγωνία, "ρε φίλε; εσύ δεν πας για Γερμανία; τρέχα, φεύγει το τραίνο και είναι έκτακτο, ίσα ίσα το προλαβαίνεις". Πετάχτηκε επάνω σαν ελατήριο. Έτρεξε στο γκισέ των εισιτηρίων. _Θα σου βγάλουν στο τραίνο, του είπε από μέσα ο υπάλληλος, δεν προφταίνεις, τρέχα, φεύγει. Με την ψυχή στο στόμα έτρεχε να βρει το τραίνο. Το βρήκε, κλείνανε την τελευταία πόρτα και έκανε να ξεκινήσει. Φώναξε και τον περίμεναν μέχρι να μπει κι αυτός. Ήρθε ο ελεγκτής, του ζήτησε το εισιτήριό του. Δεν έχω, του είπε, δεν μου έκοψαν απο κάτω, θα μου κόψετε εσείς είπαν, για Μόναχο πάω. _Θα σου κόψω μέχρι τα σύνορα Γιουγκοσλαβίας. Οι Γιουγκοσλάβοι θα σου κόψουν μετά για Μόναχο. Από την ώρα που πάτησε το τραίνο Γιουγκοσλαβία, το μαρτύριό του μεγάλωσε. Οι Γιουγκοσλάβοι, αντί να του κόψουν εισιτήριο για Μόναχο, του έκοβαν για την επόμενη στάση, μαζί με πρόστιμο την κάθε φορά. Τον έγδυσαν κυριολεκτικά. Τους μίσησε από τότε τους δήθεν αδερφούς μας Γιουγκοσλάβους. Σλάβος και αδερφός γίνεται; οι κλέφτες των Βαλκανίων.
Γνώρισε κάποια νεαρά παιδιά στο τραίνο που ζούσαν Γερμανία. Τον βοήθησαν πολύ, να 'ναι καλά. Στην Αυστρία έκαναν τους διερμηνείς για να εξηγήσουν πού πάει και γιατί δεν είχε εισιτήριο. Του έδωσαν μάλιστα δανεικά να έχει στην τσέπη του πεντακόσια Μάρκα, για να δείξει πως έχει χρήματα, μιας και τα δικά του τα είχαν ρημάξει οι Γιουγκοκλέφτες. Για πρώτη φορά κρατούσε εισιτήριο στα χέρια του για Μόναχο, που του έδωσαν οι Αυστριακοί. Από την ημέρα εκείνη τους συμπάθησε τους Αυστριακούς. Ήταν ευγενικοί και καταδεκτικοί, και άκουσαν τα παθήματά του με κατανόηση, δίχως να του δώσουν κανένα πρόστιμο. Έφτασε κάποτε στον σταθμό του Μονάχου. Δύο μέρες και δύο νύχτες μέσα στο τραίνο. Άπλυτος, κουρασμένος, άυπνος, τσαλακωμένος, αξύριστος.. σκέτος μετανάστης από γαλέρα. Όπου κι αν κοίταζε έβλεπε οικείες φάτσες. Πλησίαζε κάθε έναν που έμοιαζε Έλληνας, και τον ρωτούσε με λαχτάρα, "Έλληνας;" _Νάϊν νάϊν, Τούρκ. Στάθηκε σε μια γωνιά, έσκυψε το κεφάλι του και έκλαψε. Του βγήκε όλη η κούραση, όλη η ταλαιπωρία, όλο το στρες και το άγχος, κι η στενοχώρια μαζί. Έκλαιγε και σιγοψιθύριζε μέσα στα αναφιλητά του τα λόγια του τραγουδιού, "Στον σταθμό του Μονάχου με πέταξε άχου η μαύρη μοίρα μου μάννα κακομοίρα μου Κάθε άνθρωπος και γλώσσα ποιόνε ξέρω, ποιός με ξέρει αφιλόξενα τα μέρη παγωμένες κι οι καρδιές.."
Συνήλθε γρήγορα, κοίταξε γύρω του ντροπιασμένα αν τον είδε κανείς να κλαίει, άδραξε τις βαλίτσες του και προχώρησε. Αναρωτιόταν κάποια στιγμή, μα καλά, πώς γίνεται να μοιάζουμε τόσο με τους Τούρκους, σαν αδέρφια είμαστε γμτ. Και ξανά στον επόμενο, ώσπου έπεσε επιτέλους σε Έλληνα. Του έδειξε το τραίνο που έπρεπε να πάρει, για να πάει στην πόλη που ζούσε ο πατέρας του και που δεν είχε ιδέα φυσικά πως ερχότανε ο γιος του. Μετά από περίπου δύο ώρες έφτασε στον προορισμό του. Πλησίασε μερικούς Γερμανούς, και με σπασμένα Εγγλέζικα προσπάθησε να τους ρωτήσει πού είναι αυτή η διεύθυνση. Τον κατάλαβαν και του είπαν όσο πιο απλά μπορούσαν για να τους καταλάβει. Έφτασε στο εστιατόριο που δούλευε ο πατέρας του. Έλειπε όμως, θα ερχόταν το βράδυ, είχε πάει Βερολίνο να πάρει αμάξι του είπαν κάποιες σερβιτόρες. Περίμενε μέχρι το βράδυ, κρατώντας με κόπο τα μάτια του ανοιχτά, πίνοντας τον έναν καφέ μετά τον άλλο. Από τότε έχασα τα ίχνη του..μην με ρωτήσετε ποιός είναι, που είναι τώρα και τι κάνει. Απλά, την ζωή του κανείς δεν θα τη ζήλευε, ακούστε με που σας λέω. Θα πω μονάχα ότι πέρασε πολλά.. πάρα πολλά, αυτό μονάχα ξέρω, και το ξέρω καλά.
"Φίλε, φίλη Blogger, Εάν σε ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις μου, μπορείς να εγγραφείς στο RSS feed του Blog. Μπορείς επίσης να κάνοντας εγγραφή στο Newsletter του blog μου, να λαβαίνεις απ ευθείας κάθε μου ανάρτηση στο email σου. Σε ευχαριστώ που με διαβάζεις,"




Print this post



Related Posts :



1 σχόλια:

VaD είπε... Best Blogger Tips

Α,ρε καπετάνιε,ιστορίες της ξενιτιάς για όσους νομίζουν πώς στην ξενιτιά τ'αλωνίζουν τ'αυγά!Αμ δε!Μι πουρδές αυγά δε βάφουντι,λένε στο χωριό μου!

Καλο μήνα,εεεεεε.....


Δημοσίευση σχολίου

Πες πως δεν έχεις χρόνο να σχολιάσεις.. να 'χεις πάρει όμως σοβαρό ύφος, καλά;

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Next Next Next