08 Δεκεμβρίου 2008



2 Ο φόβος φτιάχνει ήρωες..

Σαν μόνιμοι υπαξιωματικοί, νοικιάζαμε ένα διαμέρισμα, που το μοιραζόμασταν οι τρεις μας. Εγώ, που είχα δικό μου δωμάτιο, και ο Παναγιώτης με τον Χάρη, που είχαν απο κοινού το δεύτερο. Το νοίκι φτηνό, μα τρώγαμε έξω, και τα έξοδά μας σαν 18χρονοι, αρκετά. Ο Χάρης εκείνο τον καιρό, ήταν "καταζητούμενος" απο τα αδέρφια μιας κοπελιάς, οι οποίοι τον έψαχναν παντού να τον φιλέψουν "κλωτσιές". Ο κακομοίρης ήταν και δειλός. Ρε πάνε μίλα της, τι φοβάσαι, του λέγαμε, αλά πού να μας ακούσει. Πήγαινε και ξεροστάλιαζε μπροστά στην τζαμαρία του παπουτσάδικου, όπου δούλευε σαν πωλήτρια η κοπελιά, και τη χάζευε με τις ώρες. Το είπε κι εκείνη στα αδέρφια της, και.. γνωστή η συνέχεια. Μια μέρα, παίζαμε τάβλι σε ένα υπόγειο σφαιριστήριο εγώ με τον Παναγιώτη, κι ο Χάρης κοίταζε, μην έχοντας πού να πάει, άσε που δεν τολμούσε να κυκλοφορήσει πλέον μόνος του οπουδήποτε στην Θήβα. _Ρε Χάρη; δεν πετάγεσαι απο δίπλα να φέρεις κανένα σάντουϊτς να φάμε; _Τι λές ρε Νίκο, και να είναι πουθενά τριγύρω οι κάφροι; _Άμα είναι πουθενά τριγύρω, έλα αμέσως εδώ και ξύσε με τρόπο το κεφάλι σου.. _Γιατί με τρόπο; _Θέλεις να ακούσουν και οι υπόλοιποι εδώ μέσα τι γίνεται και να βγουν έξω αγκαλίτσα, να γίνουμε πολλοί; _Όχι.. _Γι αυτό σου λέω, με τρόπο..ξύσου εσύ και βγαίνουμε μαζί σου. Δεν πρόλαβε να φύγει ο Χάρης, νά 'τος ξανά στην πόρτα, να με κοιτάζει με αγωνία και να ξύνει την κεφάλα του μανιωδώς, λές και είχε ψείρες, πριν ξανά βγει πάλι έξω.. _Παναγιώτη τρέχα, έξω ήταν τα τσογλάνια.. Μέχρι να αφήσω το τάβλι και το εικοσάρικο, ο Παναγιώτης ήταν ήδη έξω. Ανεβαίνοντας τις σκάλες, είδα τρεις Θηβαίους να δέρνουν τον Χάρη και τον Πάνο, που ήταν ήδη ξαπλωμένοι, και τους βάραγαν με την ψυχή τους. Με το που έφτασα δίπλα τους, ξαφνιάστηκαν, δεν περίμεναν κι άλλον. Άρπαξα τους δυό πιο κοντινούς απο τα μαλλιά όπως ήταν σκυμμένοι πάνω απο τους δικούς μου, και τους άρχισα στις γονατιές στα μούτρα. Μόλις χόρτασαν αυτοί, περίλαβα και τον τρίτο, που δεν είχε καλύτερη τύχη απ' αυτούς. Και άξαφνα, μου λέει ο Χάρης.. _Νίκο, την κάναμε απο κούπες.. _Γιατί; _Κοίτα πίσω σου.. Κοιτάζω, και μένω σύξυλος..πάνω απο διακόσια άτομα έχουν φράξει το δρόμο απο τη μία άκρη ώς την άλλη, και κατευθύνονται πρός το μέρος μας. _Μαλάκα Χάρη, αυτοί δεν θα μας δείρουν, θα περάσουν απο πάνω μας απλά και θα μας κάνουν σαν τσιρότα. _Πάμε να φύγουμε.. _Απο πού ρε συ; αδιέξοδο είναι..εκτός κι άν μπορείς και πετάς.. _Και τι θα κάνουμε; _Θα παλέψουμε ρε Χάρη, θα τους το βγάλουμε ξυνό.. Σαν τις γάτες, όταν τις στριμώξεις στη γωνία, μη φοβάσαι.. Μας πλησίασαν στα δύο μέτρα, και σταμάτησαν. Μίλησε ένας που έμοιαζε αρχηγός τους, ένας κοκκινοτρίχης, χοντρός και ψηλός σαν αρκούδα με ανοιχτό πουκάμισο. _Πώς θέλετε να πεθάνετε.. _Θέλεις να μάθεις; του απάντησα _Ναι, λέγε και ετοιμάσου.. _Απο γεράματα μεγάλε, έτσι θέλω να πεθάνω. _Αυτό ξέχνα το, βρές άλλο τρόπο _Αφού είναι έτσι, είπα με θράσσος, προσπαθώντας να μην φανεί που έτρεμαν τα πόδια μου, και αφού θα πεθάνω, δεν με ενδιαφέρει το πώς. Αλά εσένα και ακόμη δύο, θα σας πάρω μαζί μου..είπα βάζοντας το χέρι μου στην πίσω τσέπη του παντελονιού μου, δήθεν πως κάτι έχω εκεί.. _Τι είπες; _Αυτό που άκουσες. Εσένα και ακόμη δύο, θα σας πάρω μαζί μου εκεί που θα πάω, να σας έχω παρέα. Βλέπεις, εγώ ξέρω "το πώς" εσύ θα πεθάνεις, ενώ εσύ όχι.. _Τι έχεις ρε στην τσέπη σου.. _Κόντεψέ με λιγάκι να σε φτάνω, και θα το καταλάβεις αμέσως τι έχω.. Δίστασε, φάνηκε πως φοβήθηκε και απο τα λόγια μου, και απο την αποφασιστικότητά μου, αλά και απ' το ότι δεν ήξερε, αν όντως κρατάω πάνω μου κάτι.. _Γιατί χτύπησες τα παιδιά; (άλλαξε αμέσως θέμα..) _Όποιος χτυπάει μόνιμο υπαξιωματικό, δέχεται και τις συνέπειες, του απάντησα ήρεμα _Και εσείς είστε μόνιμοι υπαξιωματικοί; ρώτησε δύσπιστα βλέποντάς μας πιτσιρικάδες. _Ναι, είμαστε _Ταυτότητα έχετε; Έπιασα την στρατιωτική ταυτότητά μου και του την έδειξα, μην αφήνοντάς τον να την αγγίξει, και κοιτώντας συνεχώς την κάθε έκφραση του προσώπου του, που είχε χάσει όλη την αίγλη και βεβαιότητά της πλεον. _Εντάξει, φύγετε. _Δεν πάμε πουθενά. _Άκουσες τι είπα; φύγετε τώρα.. _Άκου να δείς φιλάρα, απάντησα με τη σιγουριά του νικητή πλέον, εμείς παίζαμε εδώ κάτω το τάβλι μας. Θα πάμε να συνεχίσουμε εκεί που το αφήσαμε, και θα φύγετε εσείς. Πάρτε και τους τρείς Ράμπο απο δώ και η υπόθεση έχει τελειώσει. Κάνατε κανένα λάθος, θα σας κάψω τη Θήβα απόψε τη νύχτα. Θα βγάλω έξω όλο το στρατόπεδο, και θα θαυμάζετε τι πάθατε. Συνεννοηθήκαμε; και τους γύρισα την πλάτη, κατεβαίνοντας τα σκαλιά, ακολουθούμενος απο τον Παναγιώτη και το Χάρη.. _καλά ρε μαλάκα, μου λέει ο Παναγιώτης μόλις μείναμε οι τρείς μας, που βρήκες τόσο θάρρος; _Άμα κι εσύ νοιώσεις πως δεν έχεις πλέον καμία ελπίδα, ούτε διέξοδο διαφυγής, να είσαι σίγουρος πως θα αισθανθείς λιοντάρι.. Ο φόβος μεγάλε, σε κάνει και ήρωα καμιά φορά.




Print this post



Related Posts :



2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε... Best Blogger Tips

Όμορφη ιστορία.


AATON είπε... Best Blogger Tips

Να σαι καλά, ευχαριστώ που την διάβασες :)


Δημοσίευση σχολίου

Πες πως δεν έχεις χρόνο να σχολιάσεις.. να 'χεις πάρει όμως σοβαρό ύφος, καλά;

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Next Next Next