10 Οκτωβρίου 2008



4 Ο Ηλίας ο χουβαρντάς

Είχα περίπου δύο εβδομάδες που ήμουν στην Γερμανία, προσπαθώντας να βρίσκομαι με Έλληνες ώστε να μπορώ να βγάζω άκρη, μη έχοντας ιδέα απο τη γλώσσα, που μου φαινόταν ξαδέρφη της Κινέζικης. Είχα βρεί ήδη δουλειά σε ένα εργοστάσιο που έφτιαχνε Σκι (χιονοπέδιλα), και εμένα με προσέλαβαν στο τμήμα όπου τύπωναν τις στάμπες του εργοστασίου και τον τύπο του πέδιλου. Εύκολη δουλειά σχετικά, απλά κούραζες τα μάτια σου προσέχοντας για τυχόν λάθη στο τύπωμα, και λόγω της χρήσης διαλυτικού, απαγορευόταν το κάπνισμα, ενώ επιτρεπόταν στο υπόλοιπο εργοστάσιο. Πάντα γκαντέμης ήμουν πάνω σ΄αυτό το ζήτημα.. Ένα Σάββατο βράδυ, μου λέει ο Μπάμπης, ένας φίλος απο τη δουλειά και γείτονας, "πάμε ρε συ στον Ηλία; έχει ταβέρνα και κάθε Σάββατο έχει ζωντανή μουσική" Και δεν πάμε.. Συνεννοηθήκαμε τι ώρα να βρεθούμε, και έτσι κι έγινε. Ήμασταν εφτά άτομα συνολικά, και καθίσαμε σε ένα μεγάλο τραπέζι. Η ορχήστρα αποτελούνταν απο δύο νεαρά παιδιά, τον Κώστα με την κιθάρα που τραγουδούσε, και τον Γιώργο στο αρμόνιο, ο οποίος χειριζόταν και το μηχάνημα με την ηλεκτρονική ντράμς. Κάποια στιγμή, ο Μπάμπης φώναξε τον Ηλία, το αφεντικό στο τραπέζι και μας σύστησε. _Ηλία, το παιδί απο δώ, το λένε Νίκο και ήρθε πρίν λίγες ημέρες στη Γερμανία, καινούργιος είναι..να μας πεί κανένα τραγούδι; στην Ελλάδα τραγουδούσε πρίν έρθει.. _Σοβαρά; Και βέβαια να μας πεί..είπε ο Ηλίας, και αμέσως πήγε στα δύο παιδιά και κάτι τους είπε, προφανώς για μένα για να τραγουδήσω, τα οποία και με κοίταξαν χαμογελώντας και καλώντας με στο πατάρι κοντά τους. Σηκώθηκα και πήγα, συστήθηκα, και στα γρήγορα αποφασίσαμε με τι να αρχίσω..χορευτικά, ρούμπες...πάμε Σόλ μινόρε.. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν κάτι που με ξάφνιασε, χορός μέχρι και πάνω στα τραπέζια. Είχε κάτι μπουκαλάκια πίκολο ο Ηλίας, σαν πορτοκαλάδες Κλιάφα, που τα πούλαγε για σαμπάνιες..τελειώσανε όμως σε μισή ώρα μέσα..άρχισαν να φέρνουν τα πορσελάνινα τα πιάτα απο την κουζίνα..ψιλοχαμός, κέφι και χορός ώς τις τρείς.. Τους ευχαρίστησα και έφυγα με την παρέα μου για το σπίτι, έχοντας περάσει ένα πολύ όμορφο βράδυ. Την επόμενη το μεσημέρι, με συναντάει ένας γνωστός, και μου λέει, _"Νίκο, ο Ηλίας μου είπε αν σε δω, να σου πω να πάς απο το μαγαζί του, θέλει να σου μιλήσει" _Εμένα; _Εμ, εσένα, το παιδί μου είπε που τραγούδησε χτές, εσένα εννοεί. _Σου είπε τι με θέλει; _Για δουλειά μάλλον..τι άλλο.. Σηκώθηκα και πήγα. Ο Ηλίας έκανε εκείνη την ώρα λογαριασμούς σε ένα τραπέζι..ίσα που σήκωσε το κεφάλι του μόλις μπήκα και τον χαιρέτησα. _Γειά σου φίλε, κάτσε, έρχομαι σε δύο λεπτά...καφεδάκι; _Έναν καφέ, ναι, ευχαριστώ, απάντησα και κάθησα σε ένα τραπέζι παραπέρα να μην τον ενοχλώ. Πρέπει να φόραγε Αλβανικό ρολόι, γιατί τα δυό λεπτά του, στο δικό μου ρολόι δείχνανε σαράντα. Έξω είχε αρχίζει να σκοτεινιάζει, και η παρέα μου με περίμενε έξω στο αυτοκίνητο του Μπάμπη να με ξαναπάει πίσω, μιας και έμενα αρκετή απόσταση απο κεί. Επιτέλους κάποτε ευδόκησε η χάρη του και με θυμήθηκε. _Λοιπόν; με ρώτησε.. _Λοιπόν...τί; απάντησα περιμένοντας να αρχίσει επιτέλους να μιλάει και να φεύγω. _Θα έρθεις να δουλέψεις εδώ; ο κόσμος σε άρεσε πολύ χτές..και μένα μου άρεσες για να πω την αλήθεια.. _Γιατί όχι Ηλία. _Για πές μου πόσα ζητάς; Τι να του πω τώρα.. _Εκατό Μάρκα τη βραδυά Ηλία μου είναι αρκετά. _Τι;;;;;;;; πήδηξε πάνω..παραλίγο να καρφώσει την καράφλα του στο πολύφωτο..μιλάς σοβαρά; Λίγα του είπα -σκέφτηκα- μα και πάλι εμένα μου φτάνανε.. _Ναι, γιατί...Ηλία; _Ααααα...όχι ρε φίλε, δε γίνεται...εκατό μάρκα; όχι δα.. _Συγνώμη, γιατί δεν κατάλαβα...τι εννοείς; πως είναι πολλά; _Φυσικά και είναι πολλά.. _Για δώσε μου να καταλάβω κάτι ρε Ηλία, εσύ πώς το σκεφτόσουν δηλαδή; _Εεεε...να...έλεγα θα ρθείς, θα φάς, θα πιείς, θα έπαιρνες και ένα χαρτζιλίκι κανένα εικοσάρικο..τι νόμιζες.. _Χμ! έτσι έ; _Εμ φυσικά..ογδόντα δίνω στα παιδιά, και έρχονται και απο το Μόναχο, εκατό χιλιόμετρα μακρυά.. _Οκέυ..λοιπόν, κάνε μου μια χάρη αν θέλεις Ηλία. _Τι χάρη; ρώτησε κοιτώντας με με τα πονηρά του μάτια ο Κοζανίτης. _Κοίταξέ με καλά, πολύ καλά...και πές μου τι βλέπεις.. _Εσένα βλέπω...τι άλλο να δώ.. _Καί; πώς με βλέπεις; _Τι και πώς σε βλέπω... _Πώς με βλέπεις λέω...με κόβεις για πεινασμένο; ή για διψασμένο; _Εεεε...εντάξει, ούτε το ένα ούτε το άλλο...δεν έχει σχέση αυτό τώρα.. _Έχει Ηλία, θα δείς πως έχει. Λοιπόν, άμα καθήσω να φάω, δεν σου φτάνουν εκατό μάρκα, άμα καθήσω και πλακωθώ και στο πιοτό...πάνε πεντακόσια..δεν μπορείς φίλε μου εσύ, ούτε να με ταϊσεις ούτε να με ποτίσεις, δε βγαίνεις οικονομικά. Αν μου έλεγες, Νίκο, έχω κάποιες ανάγκες και χρειάζομαι να με βοηθήσεις, μα δεν έχω να πληρώσω, θα ερχόμουν δωρεάν και θα τραγουδούσα γιατί είμαι φιλότιμος. Με τον τρόπο σου όμως με πρόσβαλες, οπότε ξέχνα το. _Εντάξει ρε φίλε, δεν πειράζει, δεν τα βρίσκουμε απλά, τα λέμε ίσως μια άλλη φορά. _Έγινε Ηλία, μόνο να σου πω και ακόμη κάτι πρίν το ξεχάσω, την άλλη φορά, η τιμή θα είναι διακόσια πενήντα μάρκα. Πλήρωσα τον καφέ μου, κάτι που δεν χάλασε καθόλου τον Ηλία απο την Κοζάνη, και βγήκα απο το μαγαζί του, πηγαίνοντας στο αυτοκίνητο όπου με περίμεναν ανυπόμονα οι φίλοι μου, έχοντας βαρεθεί τόση ώρα.. _Τι έγινε ρε; εντάξει; πιάνεις δουλειά; _Όχι, δεν τα βρήκαμε στα λεφτά. Πήγαμε σε μιά καφετερία, όπου και τους είπα πάνω κάτω τι συζητήθηκε, καί που τους εξόργισε. Το Σάββατο, δεν πήγαμε φυσικά στου Ηλία. Ναι, μα, το νέο είχε διαδοθεί. "Ο Νίκος θα πιάσει δουλειά στου Ηλία.." Πήγαν πολλοί μα δεν με είδανε. Τους εξηγούσε ο Ηλίας πως ζήταγα πολλά και σαχλαμάρες, μα τον ξέρανε καλύτερα απο μένα πόσο τζίπσυ ήταν, οπότε φύγανε αρκετές παρέες εκείνο το βράδυ. Το μαγαζί δεν γέμισε, ούτε είχαν το κέφι του περασμένου Σαββάτου. Την επομένη, να 'σου ξανά ο προσωπικός ταχυδρομικός διανομέας του Ηλία. _Νίκο, ο Ηλίας είπε να ξαναπάς. _Πές του Ηλία δεν θέλω να πάω. _Έλα ρε..πάνε, να ακούμε κανένα τραγούδι της προκοπής.. Πήγα. _Εντάξει ρε φίλε, εκατό τη βραδυά, απο Σαββάτο ξεκινάς, έγινε; _Δεν κατάλαβα Ηλία; _Εκατό δεν είχες πεί; ε, εντάξει, τα 'χεις! _Δεν κατάλαβες, νομίζω σου είχα πεί κάτι φεύγοντας, "πως την επόμενη φορά, η τιμή μουθα είναι διακόσια πενήντα". _Άσε ρε φίλε, εκατό...άμα θέλεις.. _Κοίτα, δεν κρεμάστηκα απο τα λεφτά σου, δουλειά έχω και παίρνω καλά λεφτά. Γι αυτό σου είχα πεί την προηγούμενη ευδομάδα μονάχα εκατό, μου φτάνανε. Τώρα ζητάω αυτά που ξέρω πως αξίζω, διακόσια πενήντα και δεν το παζαρεύω. _Δεν γίνεται. _Καληνύχτα Ηλία και μην με ξαναενοχλήσεις σε παρακαλώ, δεν μένω πάνω απο το μαγαζί σου για να με τραβολογάς εδώ κάτω τρείς την ώρα. Και πρίν φύγω...την επόμενη, θα είναι τριακόσια πενήντα...ξέρεις.. Πρίν πιάσω το πόμολο της πόρτας, άρχισε να σκούζει... _"Εντάξει ρε φίλε, εντάξει, διακόσια πενήντα.." _Είσαι σίγουρος Ηλία; _Ναι είπα...έγινε..αλα είναι πολλά...θα στα δώσω όμως.. Και με λένε Νίκο, κι όχι "ρε φίλε", μάθε το όνομά μου σε παρακαλώ αν μπορείς να το συγκρατήσεις..αποστήθησέ το γιατί συγκινούμαι όταν το ακούω και δακρύζω, κάνε μου τη χάρη αυτή σε παρακαλώ, γίνεται; Με λοξοκοίταξε μια... _"Εντάξει ρε Νίκο, θα το θυμάμαι..Σαββάτο τα λέμε" Δούλεψα στου Ηλία ενάμιση χρόνο, μέχρι που μετακόμισα δηλαδή σε άλλη πόλη, κάμποσο μακρυά για να μπορώ να πηγαίνω στου Ηλία..τουλάχιστον τον έμαθα να είναι χουβαρντάς..




Print this post



Related Posts :



4 σχόλια:

braininfo είπε... Best Blogger Tips

Καλό το σχόλιό σου Νίκο.

Να περνάς καλά Χαιρετίσματα


molemou είπε... Best Blogger Tips
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

Dorothea είπε... Best Blogger Tips
Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από τον συντάκτη.

TheoCoach είπε... Best Blogger Tips

Καλά μιλάμε "τα σπάνε" το κείμενο και η ιστορία σου. χαχαχαχα

Είσαι φοβερός τύπος ρε φίλε (εεε Νίκο ήθελα να πω :))

"...μάθε το όνομά μου σε παρακαλώ αν μπορείς να το συγκρατήσεις..αποστήθησέ το γιατί συγκινούμαι όταν το ακούω..."
(αυτό ήταν όλα τα λεφτά)


Δημοσίευση σχολίου

Πες πως δεν έχεις χρόνο να σχολιάσεις.. να 'χεις πάρει όμως σοβαρό ύφος, καλά;

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.

Next Next Next